Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Η πολιτική οικονομία του Slavoj Zizek: Καταστρέφοντας τα τετράδια της Μαρξιστικής θεωρίας.

Αναδημοσιευση απο PRAXIS




Εισαγωγή. 

Ο Slavoj Zizek δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Έχει ένα πλούσιο συγγραφικό έργο (1), που καλύπτει την πολιτική θεωρία, την θεωρία του κινηματογράφου και την θεωρητική ψυχανάλυση με αναφορές-μεταξύ άλλων- στον Χέγκελ, τον Μαρξ και την ψυχαναλυτική θεωρία του Λακάν. Τοποθετείται, σχεδόν για το σύνολο των ζητημάτων αλλά και των αγώνων της εποχής μας: H κρίση, το Occupy Wall street, οι Αραβικές επαναστάσεις, η εξέγερση στην Αγγλία (2), η κριτική της αστικής δημοκρατίας (3), των αντιπαγκοσμιοποιητικών κινημάτων και κινημάτων «αντεξουσίας» (4) ,η ελληνική κρίση, η ενότητα της αριστεράς (5) είναι μερικά μόνο από αυτά. Θέσεις από τις οποίες ξεχωρίζει η μαχητική υπεράσπιση της Ευρωπαικής Ένωσης, η καταδίκη όσων υποστηρίζουν την αποδέσμευση από αυτήν και το κάλεσμα σε χώρες που βρίσκονται εκτός της να την ενισχύσουν (μαζί με την υπεράσπιση του αντιδραστικού αστικού κοσμοπολιτισμού, της άλλης πλευράς του εθνικισμού) (6).


Δεν είναι ούτε στις προθέσεις ούτε στις δυνατότητες του παρόντος κειμένου η κριτική του συνολικού έργου του Zizek. Εδώ θα επικεντρώσουμε σε ένα πρόσφατο άρθρο του (που έχουμε αναρτήσει και σε ξεχωριστό post ώστε να υπάρχει ισότιμα με την κριτική μας) που δημοσιεύτηκε και στα Ελληνικά με τίτλο «η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας» (7). Το άρθρο ουσιαστικά επαναλαμβάνει μια σειρά θέσεις που ο Zizek είχε αναπτύξει στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα. Και αυτό γιατί στις θέσεις αυτές επιχειρείται όχι μόνο να δοθεί μια ερμηνεία τόσο του χαρακτήρα της εκμετάλλευσης στον σύγχρονο Καπιταλισμό όσο και των κοινωνικών αγώνων, ζητήματα -ιδιαίτερα σήμερα που βρισκόμαστε στην καρδιά της κρίσης- εξαιρετικά κρίσιμα για το εργατικό κίνημα.


Η τραγωδία και η φάρσα του εικονικού Καπιταλισμού: Άυλη εργασία, συλλογική διάνοια και το τέλος της υπεραξίας και του εργατικού κινήματος.
Για τον Zizek, ο σύγχρονος Καπιταλισμός είναι «μεταβιομηχανικός». Αυτή η ορολογία δεν είναι φυσικά καινούργια. Έχει την καταγωγή της πέντε δεκαετίες πίσω, στη δεκαετία του 60 (8). Τότε εμφανίστηκαν οι θεωρίες της «μεταβιομηχανικής» κοινωνίας που υποτίθεται ότι εξηγούσαν την πραγματικότητα σε αντίθεση με τον «ξεπερασμένο» Μαρξισμό (9). Πλευρές αυτών των θεωριών έχουν ενσωματωθεί και στο έργο των Negri-Hardt Aυτοκρατορία (10) που αποτελεί σημείο αναφοράς για τις θέσεις που προτείνει ο Ζizek.
Στο βιβλίο του, ακολουθώντας τον Negri, επαναφέρει και αντιγράφει το απόσπασμα από τα Grundrisse που επικαλείται ο Negri για να στηρίξει τις απόψεις του (11). Πρόκειται για την απόσπαση ενός τμήματος από ένα αντιφατικό κείμενο όπου περιγράφεται, από τη μια πλευρά, η θέση ότι η ανάπτυξη της βιομηχανίας και της τεχνολογίας αναιρεί προοπτικά το νόμο της αξίας και υπονομεύει διαρκώς την βάση του Καπιταλισμού, αναίρεση που φτάνει μέχρι και την «κατάρρευση της παραγωγής που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία». Από την άλλη ταυτόχρονα διατυπώνεται η κλασική Μαρξιστική θέση ότι το Κεφάλαιο προσπαθώντας να αντιστρέψει αυτήν την τάση και να την μετατρέψει σε κέρδος, αυξάνει ολοένα και περισσότερο την υπερεργασία αλλά και την ιδιοποίηση της επιστήμης όχι από τη ζωντανή, αλλά από τη νεκρή εργασία, λόγω της δομής της Καπιταλιστικής παραγωγής(12-αναλυτικά το απόσπασμα και μια απόπειρα ερμηνείας του).

Σε αυτήν την αντίφαση του Μαρξ δεν υπάρχει τίποτα παράξενο. Τα Grundrisse ήταν χειρόγραφα που γράφτηκαν το 1858, πριν ο Μαρξ αφοσιωθεί στην «κριτική της πολιτικής οικονομίας» και στο «Κεφάλαιο». Η διάδοση τους, εκατό χρόνια μετά, συνετέλεσε στην επαναξιολόγηση του Μαρξιστικού έργου και τροφοδότησε νέες ερμηνείες του Μαρξ (13). Όμως όσο λάθος είναι η αυτονόμηση του «ύστερου» Μαρξ από το υπόλοιπο έργο του (όπως έκανε κυρίως η Αλτουσεριανή σχολή) άλλο τόσο λάθος είναι το αναποδογύρισμα αυτής της αυτονόμησης στο όνομα των χειρογράφων των Grundrisse που έχει τον κίνδυνο άλλων επιλεκτικών ερμηνειών. Η σκέψη του Μαρξ είναι ένα σύνολο έργων που δεν μπορούν μελετηθούν ανεξάρτητα από την Μαρξιστική συζήτηση, την ιστορική εμπειρία και την σημερινή πραγματικότητα.

Στο βαθμό που το παραπάνω τμήμα των Grundrisse χρησιμοποιείται για ιστορική τάση της ανάπτυξης, μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, των παραγωγικών δυνάμεων στον Καπιταλισμό και τη σχέση της με την ένταση της εκμετάλλευσης, είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Αρκεί να δει κανείς την αύξηση των ωρών εργασίας στον ανεπτυγμένο Καπιταλισμό και να συγκρίνει τις παραγωγικές δυνάμεις με αυτές που υπήρχαν στα τέλη του 19ου αιώνα όταν η πρώτη διεθνής διεκδικούσε το Οκτάωρο. Στο βαθμό όμως που χρησιμοποιείται για να αναγγείλει την «κατάργηση της εκμετάλλευσης με την Μαρξιστική έννοια» στον σημερινό Καπιταλισμό τότε δεν έχει σχέση με την σημερινή πραγματικότητα, ακόμα και αν αυθαίρετα-όπως κάνουν οι παραπάνω συγγραφείς- απομονώσουμε τις φράσεις του Μαρξ.

Αντίστοιχα αντιμετωπίζεται και η έννοια του «παγίου κεφαλαίου» ως ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης του εργαζόμενου ανθρώπου, η οποία αποκόβεται επίσης από το κείμενο και παρουσιάζεται σαν ο παράγοντας που «υπονομεύει την καπιταλιστική εκμετάλλευση» επηρεάζοντας την «γενική κοινωνική γνώση» όταν ακόμα και στο απόσπασμα που παραθέτει ο Zizek αυτή η ανάπτυξη περιγράφεται από τον Μαρξ σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης του ελεύθερου χρόνου και της μείωσης του εργάσιμου (το αντίθετο δηλαδή από αυτό που συμβαίνει σήμερα) και όχι σαν συνέπεια της κατάργησης της υπεραξίας και της διάκρισης εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου όπως οι Negri-Hardt (και ο Zizek αναπαράγοντας το κείμενο) υποστηρίζουν (14).

Τη βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα ο Μαρξ δεν την είδε σαν απλή τεχνολογική πρόοδο, αλλά σαν επανάσταση που μεταμόρφωνε τον τρόπο παραγωγής και το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Και ακριβώς γι’ αυτό, ενώ ήταν υπέρ της επιστήμης και της τεχνολογικής προόδου, απέφυγε (έστω και με αντιφάσεις) την αφελή αισιοδοξία του επιστημονισμού και των τεχνοκρατικών ιδεολογιών. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου αφιερώνει ένα εκτεταμένο τμήμα με τίτλο οι μηχανές και η μεγάλη βιομηχανία που περιγράφει –μεταξύ άλλων- την κυριαρχία του κεφαλαίου στη διαδικασία της εργασίας μέσα από την πλήρη ένταξη των τεχνολογικών καινοτομιών με Καπιταλιστικούς όρους στο εσωτερικό της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (15). Στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου το διατυπώνει με ακόμα πιο καθαρό τρόπο: «….Όπως κάθε άλλη ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας έτσι και η ανάπτυξη της με τις μηχανές έχει σκοπό να φτηναίνει τα εμπορεύματα και να συντομέψει το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας που ο εργάτης εργάζεται για τον εαυτό του, για να μεγαλώσει το άλλο μέρος της ημέρας που εργάζεται για τον Καπιταλιστή» (16) Όμως ακόμα και αν φύγουμε από τις διαφορετικές ερμηνείες του Μαρξ υπάρχει ολόκληρη η ιστορική Μαρξιστική συζήτηση (17).

Ο Zizek και ο Negri μετατρέπουν το σχήμα-ανάπτυξη της βιομηχανίας και της επιστήμης=κατάρρευση της ανταλλακτικής αξίας/υπεραξίας- σε υπεριστορική αρχή που έχει ήδη σήμερα υποκαταστήσει στην πράξη του σημερινού Καπιταλισμού την υπερεργασία. H έννοια-κλειδί εδώ είναι αυτή της «άυλης εργασίας» (immaterial labour) την οποία ο Zizek αναπαράγει από τον Negri. H έννοια αυτή περιγράφεται τόσο στο Πλήθος όσο και στην Αυτοκρατορία.

Στο πρώτο-που είναι και το πιο πρόσφατο-ορίζεται ως εργασία που παράγει «άυλα προϊόντα όπως γνώση, πληροφορία, επικοινωνία, σχέσεις η συναισθηματικές αντιδράσεις» (18).

Οι Negri-Hardt ξεκαθαρίζουν ότι η «άυλη εργασία» έχει υλική υπόσταση: τα προϊόντα που παράγει δεν έχουν. Προτείνουν και έναν εναλλακτικό ορισμό αυτόν της «βιοπολιτικής εργασίας» η οποία παράγει «όχι μόνο υλικά προϊόντα αλλά ακόμα και κοινωνικές σχέσεις και τελικά την ίδια την κοινωνική ζωή». Έχουμε λοιπόν μια «άυλη εργασία» η οποία γίνεται «βιοπολιτική εργασία» (ένας όρος που εισήχθηκε και χρησιμοποιήθηκε με διαφορετικό περιεχόμενο στο παρελθόν από τον Foucault) (19) για να παράγει ουσιαστικά τα πάντα: από υλικά προϊόντα μέχρι και κοινωνικές σχέσεις.

Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν την πραγματικότητα της βιομηχανικής παραγωγής και εργατών σε όλο τον κόσμο. Υποστηρίζουν όμως ότι η «άυλη εργασία» που αναπτύσσεται στις ανεπτυγμένες Καπιταλιστικές κοινωνίες έχει γίνει «ηγεμονική» από ποιοτική (και όχι απαραίτητα ποσοτική) άποψη, επηρεάζοντας και προσδιορίζοντας όλα τα υπόλοιπα είδη εργασίας.

Όλα αυτά έχουν ανατρέψει τον κόσμο όπως τον γνωρίζαμε (και ειδικότερα την Μαρξιστική κριτική όπως προσπαθούσε να τον εξηγήσει). Η διάκριση εργάσιμου και μη χρόνου καταργείται (άρα δεν υπάρχει πια και εκμετάλλευση/υπεραξία) και άρα τα πάντα παράγουν τα πάντα-ακόμα και οι άνεργοι συμμετέχουν στην βιοπολιτική παραγωγή και η «κοινότητα» προϊόντων και σχέσεων γίνεται η «βιοπολιτική κατάσταση του Πλήθους» που αντικαθιστά τα προϋπάρχοντα κοινωνικά υποκείμενα (20).

Για τους Negri-Hardt η άυλη εργασία βρίσκεται ουσιαστικά έξω από τον έλεγχο του Κεφαλαίου: «η συνεργατική διάσταση της άυλης εργασίας δεν επιβάλλεται ούτε οργανώνεται έξωθεν, όπως ίσχυε για προγενέστερες μορφές εργασίας, αλλά μάλλον η συνεργασία είναι απολύτως ενταγμένη στην ίδια την εργασιακή δραστηριότητα. Το γεγονός αυτό καθιστά προβληματική την παλαιά αντίληψη (κοινή στην κλασική και τη μαρξική πολιτική οικονομία) σύμφωνα με την οποία η εργασία νοείται ως «μεταβλητό κεφάλαιο», διότι οι συνεργατικές δυνάμεις της εργατικής δύναμης (ιδίως της άυλης εργατικής δύναμης) παρέχουν στην εργασία τη δυνατότητα της αυτοαξιοποιήσης………με αυτόν τον τρόπο, η άυλη εργασία φαίνεται να παρέχει τη δυνατότητα για ένα είδος αυθόρμητου και στοιχειώδους κομμουνισμού». (21)

Αυτές οι αλλαγές έχουν αποφασιστική επίδραση στην ταξική δομή. Για τους Negri-Hardt έρχεται στο προσκήνιο η έννοια του «φτωχού» (22) καθώς και των μεταναστών και κοινωνικά αποκλεισμένων που υποτίθεται ότι υπερβαίνει την παραδοσιακή έννοια της εργατικής τάξης. Το συμπέρασμα είναι ότι «η παλιά μορφή του συνδικάτου δεν επαρκεί πλέον…..καθώς οι συνθήκες και οι σχέσεις εργασίας γίνονται κοινές, οι παραδοσιακές αυτές διαιρέσεις( η ακόμα και νεοπαγείς διαιρέσεις) δεν έχουν πια νόημα και μόνο εμπόδιο συνιστούν» (23)

Ο Zizek, βασισμένος στις παραπάνω θεωρίες, υποστηρίζει ότι καθώς οι αλλαγές στην εργασία, ιδιαίτερα των «διανοητικών εργατών», καταργούν την υπεραξία, η εκμετάλλευση παίρνει την μορφή «μισθώματος» του προϊόντος που δημιουργεί η «γενική διάνοια» μέσα στην παραγωγή (η οποία περιγράφεται ουσιαστικά ως μη-καπιταλιστική). Αντιπαραθέτει μάλιστα αυτήν την οπτική με τη θεωρία του Μαρξ: «Πρέπει να τροποποιήσουμε κριτικά την εννοιολογική σκέψη του Μαρξ. Επειδή αγνόησε την κοινωνική διάσταση της γενικής διάνοιας, ο Μαρξ δεν εξέτασε την πιθανότητα ιδιωτικοποίησης της ........ο Negri έχει δίκιο επ αυτού..... μέσα στο σημερινό πλαίσιο, η εκμετάλλευση κατά την κλασική μαρξιστική έννοια δεν είναι δυνατή….και για αυτό ακριβώς είναι ανάγκη να επιβάλλεται με άμεσα νομικά μέτρα, δηλαδή με μη οικονομικά μέτρα. η εκμετάλλευση ολοένα και περισσότερο παίρνει τη μορφή μισθώματος». (24)

Εδώ αντιγράφει από τους Negri-Hardt το παράδειγμα της Microsoft: «πάρτε το παράδειγμα του Bill gates. Πώς έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου; Ο πλούτος του δεν έχει καμία σχέση με το κόστος παραγωγής των προϊόντων που πουλάει η Microsoft (μπορεί κανείς να υποστηρίξει ακόμη και ότι η Microsoft αμείβει τους πνευματικούς εργάτες της με σχετικά υψηλούς μισθούς) (25)

Αν ισχύουν τα παραπάνω από πού προκύπτει η κερδοφορία των Καπιταλιστών; «γιατί τότε εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να αγοράζουν τα προϊόντα της Microsoft; Επειδή αυτή έχει επιβληθεί ως ένα σχεδόν οικουμενικό πρότυπο, μονοπωλώντας ουσιαστικά το πεδίο, σε ένα είδος άμεσης ενσάρκωσης της «γενικής διάνοιας». (26) «αληθεύει…ότι οι σημερινοί πνευματικοί εργάτες δεν είναι πλέον αποχωρισμένοι από το προϊόν της εργασίας τους….επιφανειακά ναι…αλλά..παραμένουν αποκομμένοι από το κοινωνικό πεδίο της εργασίας τους, από τη «γενική διάνοια» γιατί αυτή διαμεσολαβήται από το ιδιωτικό κεφάλαιο» (27) Ο Zizek επιχειρεί και ένα δεύτερο παράδειγμα που υποτίθεται ότι αναιρεί τον Μαρξ με βάση την τιμή του πετρελαίου η οποία δεν έχει σχέση με την τιμή της εργατικής δύναμης(28)

Ο Καπιταλιστής παίρνει έτσι την εικόνα ενός «παράσιτου» που βρίσκεται ουσιαστικά εκτός της Καπιταλιστικής παραγωγής, στο κοινωνικό πεδίο και αρπάζει το προϊόν που έφτιαξε η «γενική διάνοια» η, για να χρησιμοποιήσουμε άλλον ένα νεολογισμό που διατυπώνει ο Zizek περιγράφοντας τη θεωρία του Negri, η «συλλογική συνεργεία των δημιουργικών γνωστικών μοναδικοτήτων». (29)

Η θεωρία του Zizek για την Καπιταλιστική παραγωγή οδηγεί και σε μια αντίστοιχη θεωρία για την κατανάλωση. Η ιδιωτικοποίηση της «γενικής διάνοιας» είναι και η αιτία για την επιβολή των πολυεθνικών ως «καθολικό πρότυπο» που οδηγεί στην κερδοφορία τους. Ούτε εδώ γλιτώνει ο Μαρξ: ο Zizek υποστηρίζει ότι λόγω των αλλαγών στην εργασία «πια δεν αγοράζεις πράγματα αλλά εμπειρίες». Έχουμε λοιπόν και την «ανατροπή του φετιχισμού του εμπορεύματος». Ο φετιχισμός που περιέγραφε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο έχει μεταφερθεί «στις σχέσεις μεταξύ πραγμάτων» και έτσι, πέρα από αλλοτριωτική έχει και απελευθερωτική επίδραση. Αφού επιτρέπει πια στις ανθρώπινες σχέσεις να αποκτήσουν έστω τυπική ελευθερία και αυτονομία» κάτι που περιγράφεται ως «η δύναμη της αφαίρεσης, που καταλύει τον οργανικό βιόκοσμο, είναι ταυτόχρονα και το μέσον της χειραφετητικής πολιτικής αφού «όπως η τυπική υπαγωγή της παραγωγικής διαδικασίας στο Κεφάλαιο προηγείται της πραγματικής υπαγωγής έτσι και η τυπική ελευθερία προηγείται της πραγματικής ελευθερίας δημιουργώντας τις προϋποθέσεις της τελευταίας» (30)

Έχουμε έτσι όλο το πλαίσιο του «εικονικού καπιταλισμού»: Οι αλλαγές στην εργασία (άυλη εργασία/κατάργηση διάκρισης εργάσιμου/μη εργάσιμου χρόνου) έχουν καταργήσει την Καπιταλιστική εκμετάλλευση (δηλαδή τον Καπιταλισμό) στην παραγωγή και άρα την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης με την Μαρξιστική έννοια. Οι Καπιταλιστές κλέβουν την «γενική διάνοια» με έξω-οικονομικά μέτρα και «μίσθωμα» και επιβάλλονται ως καθολικά πρότυπα στην αγορά. Καθώς η εργασία που κυριαρχεί είναι η «άυλη» αυτό οδηγεί στην από-φετιχοποιήση των ανθρώπινων σχέσεων και στην φετιχοποιήση των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων.

Τα παραπάνω προφανώς αλλάζουν εντελώς την κοινωνική δομή των Καπιταλιστικών κοινωνιών. «Περισσότερο και από τους εργάτες οι αστοί έχουν γίνει περιττοί» (31) και τα συνδικάτα χάνουν το νόημα ύπαρξης τους. Οι άνεργοι δεν είναι πια εφεδρικός εργατικός στρατός (32). Σε ότι αφορά την κυρίαρχη τάξη, το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται πια στους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, στους επιχειρηματίες αλλά στους μάνατζερ και τους διευθυντές οι οποίοι δεν είναι ιδιοκτήτες αλλά μισθωτοί με υψηλούς μισθούς και μπόνους. Οι Καπιταλιστές σήμερα είναι ένα «υποσύνολο των μισθωτών» μια «μισθωτή μπουρζουαζία» (33). που αποσπά και αυτή, κατά τον Zizek, υπεραξία αλλά με μια «νέου-τύπου μυστικοποιημένη μορφή»: τον «υπερμισθό» ο οποίος «είναι ένας αυθαίρετος μηχανισμός εξουσίας και ιδεολογίας, χωρίς σοβαρή σχέση με την πραγματική ανταγωνιστικότητα» (34).

Τι σημαίνουν τα παραπάνω για τους κοινωνικούς αγώνες; Οι πρόσφατες απεργίες και διαδηλώσεις «είναι κυρίως απεργίες από μέρους της “μισθωτής μπουρζουαζίας” που καθοδηγούνται από το φόβο ότι θα χάσει τα προνόμιά της ……..δεν είναι προλεταριακές διαδηλώσεις αυτές, αλλά διαδηλώσεις ενάντια στην απειλή της προλεταριοποίησης». Βέβαια αμέσως μετά ο Zizek υποστηρίζει ότι «κάθε περίπτωση θα πρέπει να μελετάται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της». Παρόλα αυτά ενώ οι ταραχές του Αυγούστου στην Αγγλία ήταν ένα «ένα καταναλωτικό καρναβάλι καταστροφής»(35) ο ξεσηκωμός στην Αίγυπτο άρχισε «εν μέρει σαν εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας», ενώ για την Ελλάδα δεν υπάρχουν αμφιβολίες: «Η Ελλάδα είναι ειδική περίπτωση: τις τελευταίες δεκαετίες, μια νέα μισθωτή μπουρζουαζία (ειδικά στον υπέρ-εκτεταμένο τομέα δημόσιας διοίκησης) δημιουργήθηκε χάρη στην οικονομική βοήθεια και τα δάνεια της ΕΕ, και οι διαμαρτυρίες κινητοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την απειλή να χαθεί αυτό το προνόμιο» (36).


Κριτικές παρατηρήσεις
Η παραπάνω θεωρία για στην εργασία, όπως δείξαμε, παρά τις αναφορές της στον Μαρξ, συγκροτείται από ένα θεμελιώδες λάθος: να κριθεί η εργασία (και άρα και ο εργαζόμενος) αποκλειστικά με βάση το συγκεκριμένο αντικείμενο της (υλική/άυλη) και όχι σαν κοινωνική σχέση στην οποία ενσωματώνονται οι παραγωγικές δυνάμεις για να λειτουργήσουν προς όφελος του κεφαλαίου, θέση που όπως είδαμε παραπάνω υποστηρίζει ο Μαρξ και γενικότερα η Μαρξιστική κριτική. Η αντίληψη αυτή, πάνω στην οποία στηρίζεται η θεωρία των Negri-Hardt που ο Zizek αναπαράγει σε όλες τις βασικές τις πλευρές, είναι τυπική για όλες τις αστικές θεωρίες της «μετά-βιομηχανικής κοινωνίας.

Επίσης το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά πουθενά στην «κοινωνικά αναγκαία εργασία» έχει σαν αποτέλεσμα και η ίδια η Μαρξιστική θεωρία της αξίας που κριτικάρεται να παρουσιάζεται λανθασμένα. Ο Zizek και οι Negri-Hardt κριτικάρουν εδώ όχι την θεωρία του Marx αλλά του Ricardo η οποία είναι ριζικά διαφορετική από την Μαρξιστική(37). Ακόμα όμως και αν κανείς έδινε βάση στον ορισμό της εργασίας με βάση το περιεχόμενο και πάλη η εικόνα είναι πλαστή: οι «άυλες εργασίες» (όπως π.χ. οι πωλήσεις αλλά ακόμα και η πληροφορική) δεν έχουν τα χαρακτηριστικά της «γενικής διάνοιας» που ο Zizek περιγράφει (38).

Η θέση για την κατάργηση της διάκρισης του εργάσιμου και μη χρόνου δεν επιβεβαιώνεται ούτε καν από το παράδειγμα της Microsoft που οι Negri-Hardt αναφέρουν (με το επιχείρημα ότι εκεί οι εργαζόμενοι παραμένουν το μεγαλύτερο μέρος της μέρας στην επιχείρηση και άρα συγχωνεύεται ο εργάσιμος με τον ελεύθερο χρόνο). Το αντίθετο συμβαίνει: η αύξηση του εργάσιμου χρόνου πραγματοποιείται κάτω από την οργάνωση του Κεφαλαίου μέσα στην παραγωγή και αυξάνει παντού τις ώρες εργασίας και το μερίδιο της απλήρωτης δουλειάς που αποσπά ο κεφαλαιοκράτης. Τα στατιστικά στοιχεία για την αύξηση των εργάσιμων ωρών σε χώρες του ανεπτυγμένου Καπιταλισμού επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση(39). Επίσης θα αρκούσε κανείς να αναφερθεί στην προσπάθεια όλων των αστικών τάξεων να αυξήσουν ακριβώς αυτό που οι Negri-Hardt ισχυρίζονται ότι τείνει να εξαφανιστεί: την υπεραξία μέσω της μείωσης των μισθών (και του «κοινωνικού μισθού» δηλαδή των υπηρεσιών πρόνοιας). Κραυγαλέο παράδειγμα αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες στην Ελλάδα όπου οι κατά 20% μειωμένοι μισθοί τα τελευταία δύο χρόνια, μειώνονται επιπλέον 20% και αυτό μάλιστα τίθεται ως όρος από τα αστικά κόμματα και τις διεθνείς ολοκληρώσεις του Κεφαλαίου(40).

Η άποψη ότι η «άυλη εργασία» ξεφεύγει από τον έλεγχο του Κεφαλαίου έρχεται και αυτή σε σύγκρουση με την εμπειρία. Η «πληροφοριακή επανάσταση» π.χ. αναδιοργάνωσε με αντιδραστικό τρόπο όλη την παραγωγική διαδικασία και είναι η βασική παραγωγική δύναμη και τεχνολογικό υπόβαθρο για την διεθνοποίηση του κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες (41). Αυτή η διεθνοποίηση δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί έξω από την οργάνωση της εργασίας και για αυτό εξάλλου τροποποιεί συνεχώς τις ιεραρχικές δομές, τους στόχους και τις κατευθύνσεις και στο εσωτερικό των Καπιταλιστικών πολυεθνικών.

Το «αδύνατο» της οργάνωσης της εργασίας και το «τέλος των συνδικάτων» δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε το ξέσπασμα εργατικών αγώνων (όπως το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα) ούτε γιατί μεγάλο μέρος της αστικής οικονομικής πολιτικής για την υπέρβαση της κρίσης επικεντρώνεται στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, τον αυταρχισμό στους χώρους δουλειάς, το χτύπημα των μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης, δηλαδή ακριβώς στο τσάκισμα της δυνατότητας της εργατικής τάξης να παλέψει για την αξία της εργατικής δύναμης.

Ο Zizek επαναφέροντας το παράδειγμα της Microsoft ισχυρίζεται ότι στους «διανοητικούς εργάτες» στις μεγάλες επιχειρήσεις τύπου δεν υπάρχει ουσιαστικά εκμετάλλευση και λόγω υψηλών μισθών. Και εδώ βέβαια δεν πρωτοτυπεί. Το επιχείρημα της εκμετάλλευσης η όχι με βάση μόνο το μισθό αποτελεί σήμα κατατεθέν της αγοραίας αστικής πολιτικής οικονομίας από τις απαρχές του Καπιταλισμού (και σήμερα πολύ περισσότερο). Και αντίστοιχη της αγοραίας πολιτικής οικονομίας είναι και η μέθοδος που χρησιμοποιεί.

Ας δούμε τα πράγματα συγκεκριμένα. Αν συγκρίνουμε τους «προνομιούχους» του 100 best companies to work for του Fortune με το εργατικό δυναμικό που καταγράφεται επίσημα το Δεκέμβρη του 2011 από το υπουργείο εργασίας των ΗΠΑ τότε βλέπουμε ότι το ποσοστό αυτών των «προνομιούχων» είναι 1,3%. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να προχωρήσει και σε άλλες κατηγοριοποιήσεις στον συνολικό αριθμό που δίνει το υπουργείο αλλά αυτό δεν θα άλλαζε και πολύ τα πράγματα(42). O Zizek εξάγει λοιπόν το συμπέρασμα του από το 1,3% του εργατικού δυναμικού των ΗΠΑ στο οποίο υπάρχουν 13 εκατομμύρια άνεργοι και 8 εκατομμύρια που δουλεύουν part-time (εδώ δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στον υπόλοιπο κόσμο).
Πέρα όμως από τους αριθμούς (θα μπορούσε εξάλλου κάποιος να επαναφέρει τα επιχειρήματα του Negri για «ποιοτική» και όχι «ποσοτική» υπεροχή αυτών των εργαζομένων σε σχέση με τους υπόλοιπους, αν και ούτε οι Negri-Hardt ούτε ο Zizek περιγράφουν με ποιο τρόπο συντελείται αυτή η «ηγεμονία» της υποτιθέμενης «άυλης εργασίας») υπάρχουν και άλλα ζητήματα.
Ο Ζιzek δεν αναφέρει ούτε στο βιβλίο, ούτε στο άρθρο πώς ορίζει τον «υψηλό μισθό». Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η δυνατότητα του μισθού να καλύπτει βασικές ανάγκες και ποιότητα ζωής δεν υπόκειται σε κάποιο αφηρημένο νούμερο που προσδιορίζεται «αντικειμενικά». Καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η προσφορά και ζήτηση εργατικής δύναμης στον εκάστοτε κλάδο από τις ιστορικές συνθήκες, η ταξική πάλη, η συνολική αξία του προϊόντος που παράγεται, «ο κοινωνικός μισθός» (για παράδειγμα στις ΗΠΑ υπάρχει σύστημα ιδιωτικής υγείας), το γενικότερο «κόστος ζωής», η φορολογία και μια σειρά άλλους παράγοντες. Το ύψος του μισθού όμως αυτό δεν αλλάζει την σχέση εκμετάλλευσης για τους εργαζόμενους. Δεν αλλάζει το γεγονός ότι πουλούν την εργατική τους δύναμη και ότι παράγουν κάτι που δεν κατέχουν και δεν καθορίζουν και το αποσπά ο Καπιταλιστής –μέσα στην παραγωγή- και βγάζει κέρδος. Αυτό που αλλάζει το μέγεθος του μισθού είναι το πόσο πωλούν την εργατική τους δύναμη και όχι αν αυτή είναι αντικείμενο πώλησης.

Οι υψηλοί μισθοί σε πρωτοπόρους κλάδους της Καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Οι εμπνευστής του ταιηλορισμού-φορντισμού Ford ήταν διάσημος και για τους υψηλούς μισθούς στις επιχειρήσεις του. Ο όποιος «υψηλός» μισθός μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος σε σχέση με αυτόν που έχουν άλλα τμήματα της εργατικής τάξης θα είναι όμως πάντα «μικρός» σε σχέση με το μερίδιο που παίρνει ο Καπιταλιστής χωρίς να έχει παράγει τίποτα ο ίδιος (αλλιώς δεν έχει νόημα η αγοραπωλησία εργατικής δύναμης). Έτσι το γεγονός π.χ ότι το 1,3% του εργατικού δυναμικού των ΗΠΑ μπορεί να έχει-λόγω του μισθού- πρόσβαση σε υπηρεσίες και τρόπο ζωής που να του δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης (όπως τη δημιουργεί και στον Zizek) δεν είναι δείκτης αλλαγής της κοινωνικής σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Είναι απλά δείκτης διαφθοράς.
Ατυχές είναι και το παράδειγμα της τιμής του πετρελαίου. Και αυτό γιατί ο Zizek φαίνεται να αγνοεί ότι οι διακυμάνσεις των τιμών και η ανταπόκριση τους στην αγορά και την ζήτηση δεν αναιρούν την θεωρία της υπεραξίας του Μαρξ. Αυτή η θεωρία εξηγεί τη διαδικασία με την οποία ο Καπιταλιστής αποσπά το κέρδος πρώτα μέσα στην παραγωγή κλέβοντας απλήρωτη δουλειά από τους εργαζόμενους. Το ότι αυτό το κέρδος μπορεί να πολλαπλασιάζεται σε μονοπωλιακές συνθήκες με την διόγκωση των τιμών καθόλου δεν αναιρεί την θεωρία. Το ότι κερδοσκοπεί ο Καπιταλιστής πάνω στο προϊόν του εργάτη κάνει πιο κοινωνικά άδικη την εκμετάλλευση του. Δεν την αναιρεί. (43)

Η εκτίμηση του Zizek ότι ο Marx «υποτίμησε» την «γενική διάνοια» και την «ιδιωτικοποίηση» της αυτοαναιρείται αφού, όπως είδαμε, θεμελιώνει τη θεωρία του για αυτήν απομονώνοντας ένα απόσπασμα από τα Grundrisse. Και για το ίδιο το «μίσθωμα» το έργο του Μαρξ τον διαψεύδει, αφού στο Κεφάλαιο υπάρχουν αναλυτικές αναφορές σε μορφές μισθώματος. Στα παραπάνω θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και άλλα επιχειρήματα: Ο Zizek πχ δεν εξηγεί με πιο ακριβώς «μη οικονομικό μέτρο» ιδιοποιούνται οι Καπιταλιστές την «γενική διάνοια», ούτε μέσα από πια διαδικασία βγαίνει το κέρδος από το «μίσθωμα της γενικής διάνοιας» (αυτό δεν είναι όμως οικονομικό μέτρο»;) αν όχι απο την αγοραπωλησία εργατικής δύναμης.

Σε ότι αφορά την «επιβολή των καθολικών προτύπων» αυτό που περιγράφεται ουσιαστικά είναι το φαινόμενο της διαφήμισης. Η αντίληψη ότι η διαφήμιση δεν έχει καμία σχέση με τα προϊόντα, θέση που ο Zizek διατυπώνει με ακραίο τρόπο, είναι αστική αντίληψη και της παραγωγής και της διαφήμισης. Η διαφήμιση, είναι τυπικό αποτέλεσμα της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της δημιουργίας πολυεθνικών-πολυκλαδικών μονοπωλίων, τάση που υπήρχε από τις αρχές του Καπιταλισμού. Ο Μαρξ έγραφε ότι στον Καπιταλισμό «το προϊόν παίρνει αναγκαστικά έναν κοινωνικό και στενά συνδεδεμένο με τους κοινωνικούς συσχετισμούς χαρακτήρα, ενώ παράλληλα παρουσιάζεται σαν κάτι το τυχαίο, αδιάφορο και όχι ουσιαστικό η άμεση ιδιότητα του σαν αξία χρήσης που μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη του παραγωγού». Αυτήν ακριβώς την πλευρά της αστικής ιδεολογίας ο Zizek την μετατρέπει σε θεωρία του «νέου» Καπιταλισμού το 2009, ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης που κομμάτιασε τα πρότυπα του «καταναλωτικού» Καπιταλισμού.

Το επιχείρημα ότι η διαφήμιση αυτονομεί πλήρως την παραγωγή από την προώθηση του προϊόντος αγνοεί πρώτα από όλα ότι το προϊόν της εργασίας είναι η αφετηρία και η βάση της διαφήμισης, ακόμα και όταν δημιουργείται το πιο ισχυρό «καθολικό πρότυπο». Δεν υπάρχει διαφήμιση στον Καπιταλισμό που να μην διαφημίζει κάτι, είτε πρόκειται για προϊόντα είτε για υπηρεσίες. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού δεν θα έβγαινε κέρδος. Δεύτερον η ίδια η διαδικασία της διαφήμισης δεν είναι απλά «επιβολή καταναλωτικών προτύπων». Είναι μια διαδικασία εξολοκλήρου Καπιταλιστική δηλαδή σχεδιάζεται και εκτελείται με κριτήριο την προώθηση και την πώληση των συγκεκριμένων προϊόντων και τα πρότυπα ανάγονται σε διαφορετικές εκδοχές της αστικής ιδεολογίας. Τρίτον ακόμα και η «εμπειρία» που περιγράφει ο Zizek παίρνει συγκεκριμένη μορφή με τα προϊόντα και το περιβάλλον που την διαμορφώνουν. Η διαφήμιση δηλαδή δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς έναν ολόκληρο κλάδο από εργατικό δυναμικό, κτίρια, έντυπα, οπτικοακουστικά μέσα, τραπεζικά κεφάλαια κλπ τα οποία τη δημιουργούν και τα οποία προσδιορίζουν και το περιεχόμενο της.

Η αντίληψη του Zizek για τον Καπιταλισμό ως μια αγορά «εμπειριών» τον οδηγεί στο σχήμα της «ανατροπής» του Μαρξ για τον φετιχισμό του εμπορεύματος. Τα «πράγματα», τα προϊόντα της εργασίας αποκτούν υπερφυσικές δυνάμεις: είναι τα ίδια που παράγουν, από μόνα τους, κοινωνικές σχέσεις σε «μυστικοποιημένη» μορφή («οι σχέσεις μεταξύ πραγμάτων εμφανίζονται σαν σχέσεις μεταξύ ανθρώπων»). Ο Zizek δηλαδή ανάγει την επιβολή «προτύπων» της αστικής ιδεολογίας σε ιδιότητα των «πραγμάτων» και όχι στις κοινωνικές σχέσεις και μάλιστα ισχυρίζεται ότι με αυτόν τον τρόπο οι ανθρώπινες σχέσεις «απελευθερώνονται» από τον μέχρι τώρα ιδεολογικό μανδύα, την ίδια στιγμή που η κρίση φέρνει στο προσκήνιο τα πιο αντιδραστικά ιδεολογικά ρεύματα.

Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι οι θέσεις για τα ταξικά υποκείμενα. Ο Zizek διασπά μηχανιστικά την εργατική τάξη σε τρία τμήματα («διανοητικούς εργάτες», «παλιά (;;;) εργατική τάξη» και «απόβλητους») και την ανάγει κατευθείαν σε τρείς εκδοχές της αστικής ιδεολογίας.(44) Η πολυσύνθετη κοινωνική πραγματικότητα, η διαπάλη των ιδεολογικών ρευμάτων, οι αντιφάσεις της αστικής ιδεολογίας τακτοποιούνται σε νεκρά κουτάκια μιας καρικατούρας της πραγματικής εργατικής τάξης που έχει σχέση περισσότερο με το πώς βλέπει η αστική ιδεολογία τους εργάτες παρά η Μαρξιστική κριτική. Για παράδειγμα η ορολογία του «απόβλητου» (δηλαδή αυτού που ζει σε φτωχογειτονιά).

Καθώς για τον Zizek o Kαπιταλισμός στην παραγωγή ουσιαστικά έχει καταργηθεί αναζητά τα αίτια της διάσπασης αυτών των τμημάτων όχι στην εκμετάλλευση και την ταξική πάλη αλλά στην «έλλειψη οικουμενικού δημόσιου χώρου» (45). Όμως η απώλεια «δημόσιων χώρων» στον Καπιταλισμό και ιδιαίτερα στον σημερινό Καπιταλισμό της κρίσης είναι αποτέλεσμα και όχι αιτία της διάσπασης των εργαζομένων. Αυτή η έλλειψη είναι έκφραση ενός δομικού και μοναδικού στοιχείου του Καπιταλισμού, της διάσπασης «δημόσιου» και «ιδιωτικού» χώρου, «κοινωνίας των πολιτών» και «ατομικών δικαιωμάτων που ενοποιείται κάτω από την αστική εξουσία και ιδεολογία για την νομιμοποίηση της ταξικής εκμετάλλευσης στην «ιδιωτική κοινωνία». Αυτή η θεώρηση φυσικά δεν αντιστοιχεί στον εικονικό Καπιταλισμό του Zizek γιατί εκεί θεωρείται ότι η ταξική εκμετάλλευση στην ιδιωτική σφαίρα έχει ήδη καταργηθεί, οπότε η άρση της διάσπασης της εργατικής τάξης περιορίζεται στην διεκδίκηση του «δημόσιου χώρου» και όχι στην ανατροπή των Καπιταλιστικών σχέσεων στην παραγωγή(46).

Η θεωρία του Zizek για την «μισθωτή μπουρζουαζία» είναι ουσιαστικά άλλη μια νεκρανάσταση, στα βασικά της σημεία, της αντιδραστικής θεωρίας της «επανάστασης των διευθυντών», θεωρία που είχε διατυπωθεί από έναν πρώην Τροτσκιστή, τον James Βurnam, το 1941 (47) ο οποίος υποστήριζε ότι περνάμε σε μια μετά-καπιταλιστική «διευθυντική» κοινωνία όπου, ακριβώς όπως υποστηρίζει και ο Zizek, τα διευθυντικά στελέχη έχουν υποκαταστήσει την αστική τάξη και έχουν αποκτήσει τον πραγματικό έλεγχο της παραγωγής.To λάθος που αποκρύπτει αυτή η θεωρία είναι ότι στην πραγματικότητα αυτοί οι διευθυντές και μάνατζερ που περιγράφει μπορεί να διευθύνουν π.χ. ένα εργοστάσιο αλλά η ιδιότητα τους ως «άρχουσα τάξη» ορίζεται από τον έλεγχο στα μέσα παραγωγής. Αν αυτός δεν υπάρχει τότε υπάγονται στους ανώτατους διευθυντές του κλάδου που κατέχουν τα μηχανήματα, το κεφάλαιο, τα κτίρια κλπ. Έτσι στις "διευθυντικές θεωρίες", ο έλεγχος στα μέσα παραγωγής εξισώνεται αυθαίρετα με τον έλεγχο της πρόσβασης στα μέσα παραγωγής (που είναι διαφορετικό πράγμα), με την εξουσία της πρόσληψης η της απόλυσης κ.α. (48)

Ο Zizek απλά αντιγράφει αυτά τα λάθη προσθέτοντας και την έννοια του «υπερμισθού» (αντί της «υπεραξίας») ο οποίος υποτίθεται ότι είναι η διαφορά από τον προλεταριακό «κατώτατο μισθό». Υποστηρίζει ότι αυτός ο «υπερμισθός» είναι και η βασική διαφορά από τους «κοινούς προλετάριους» (49). Όπως δείξαμε και πριν αυτή η θεωρία δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ο προλεταριακός «κατώτατος μισθός» δεν μπορεί να οριστεί αυθαίρετα (ο ίδιος ο Zizek παραδέχεται ότι είναι μια «μυθική αναφορά»). Ακόμα και αν οριστεί, ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο για επαναφορά της Μαρξιστικής θεωρίας της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης στην παραγωγή, την οποία όμως ο Zizek προσπαθεί να ανατρέψει χρησιμοποιώντας την έννοια του υπερμισθού. Λαθεμένο πάλι είναι και το ίδιο το κριτήριο για τον μισθό σαν μέσο διαφοροποίησης της «μισθωτής μπουρζουαζίας από τους κοινούς προλετάριους.

Αυτό ενισχύεται παραπέρα και από το επιχείρημα της «πραγματικής ανταγωνιστικότητας» (50) απέναντι στους υψηλούς μισθούς της «μισθωτής μπουρζουαζίας», επιχείρημα που οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα γνωρίζουν πολύ καλά τους τελευταίους μήνες αφού ακριβώς αυτό έχει χρησιμοποιηθεί για να μειωθούν οι μισθοί τους 40%. Το επιχείρημα της «πραγματικής» ανταγωνιστικότητας και της «παρασιτικής» ανταγωνιστικότητας είναι μια κρίσιμη πλευρά της αστικής ιδεολογίας που αποκρύπτει ότι στον Καπιταλιστικό «ανταγωνισμό» το πραγματικό και το παρασιτικό είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που επιτελούν τον ίδιο «παραγωγικό» ρόλο. Αποφέρουν κέρδη για τους Καπιταλιστές. Αυτό είναι και το μοναδικό κριτήριο του Καπιταλιστικού ανταγωνισμού που σήμερα για να επιβιώσει στρέφεται πρώτα από όλα σε αυτό που ο Zizek ισχυρίζεται ότι έχει εξαφανιστεί: την υπεραξία.

Ο εικονικός Καπιταλισμός δημιουργεί και τα δικά του εικονικά κινήματα. Ο Zizek προβάλλει το σχήμα της «μισθωτής μπουρζουαζίας» πάνω στο σύνολο των αντιδράσεων στην Καπιταλιστική κρίση σε όλο τον κόσμο έστω και αν σπεύδει να κρατήσει αποστάσεις. Υποστηρίζει ότι η αντιδράσεις «δεν είναι προλεταριακές» αλλά αντιδράσεις της μισθωτής μπουρζουαζίας που «αντιστέκεται στην προλεταριοποίηση» (51). Η συμμετοχή η και ηγεμονία των μικροαστικών στρωμάτων σε κινήματα κατά της κρίσης (όπως οι αγανακτισμένοι) προβάλλεται σαν η αντίδραση του συνόλου της κοινωνίας. Βέβαια αυτά τα στρώματα δεν έχουν σχέση ούτε με την εικονική μισθωτή μπουρζουαζία του Zizek αφού, ως γνωστόν, δεν αποσπούν κάποιον «υπερμισθό» από τα «κάτεργα της Ινδονησίας». Έτσι όχι μόνο εξαφανίζονται, με «αριστερή φρασεολογία» οι εργατικοί αγώνες σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική (Wisconsin κ.α) το τελευταίο διάστημα αλλά καταγγέλλονται και σαν «μη προλεταριακοί» για να στηριχθεί το θεωρητικό του σχήμα.

Το επιχείρημα είναι ακριβώς το ίδιο με την γραμμή του μαύρου μετώπου στην Ελλάδα που βαφτίζει «προνομιούχο» όποιον κατεβαίνει στο δρόμο. Μάλιστα για την Ελλάδα ο Zizek χρησιμοποιεί και την ίδια ακριβώς φρασεολογία με την κυβέρνηση και το ΔΝΤ για τους δημόσιους υπαλλήλους. Την ώρα που οι εργαζόμενοι σε τόσες επιχειρήσεις δίνουν μάχη για την ζωή και την αξιοπρέπεια τους, η πολιτική οικονομία του Ζizek προσπαθεί να τους πείσει ότι όχι μόνο δεν τους εκμεταλλεύονται οι Καπιταλιστές μέσα στη δουλειά αλλά και ότι οι αντιδράσεις τους έχουν σαν κίνητρο την «μη προλεταριοποιήση» και δεν είναι εργατικές.

Οι παραπάνω πλευρές είναι μόνο ορισμένες από αυτές που συνθέτουν το θεωρητικό εγχείρημα του Zizek. Το έργο του προφανώς δεν εξαντλείται εκεί, αν και οι παραπάνω θέσεις έχουν κεντρικό ρόλο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι προέρχονται από έναν συγγραφέα που στο παρελθόν άσκησε δριμύτατη κριτική στον μετά-μαρξισμό επικαλούμενος συχνά και τον Lenin, απόδειξη ότι στο περιβάλλον του εκφυλισμού του Μαρξισμού ως ταξική θεωρία, ως θεωρία υπεράσπισης των συμφερόντων της εργατικής τάξης, οι «μαρξιστικές» και «λενινιστικές» αναφορές μπορούν εύκολα να μετατρέπονται σε «ταμπέλα» για θεωρητικές αντιπαράθεσεις για να εγκαταλείπονται, στην επόμενη στροφή χάριν της αστικής ιδεολογίας.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό γίνεται στην πιο κρίσιμη στιγμή της ταξικής πάλης, στην καρδιά της Καπιταλιστικής κρίσης, που η σημασία, η βαρύτητα και η ευθύνη των ιδεών πολλαπλασιάζεται. Όπως και σε προηγούμενες εποχές, τέτοιες στιγμές, διάφοροι διανοούμενοι και ρεύματα που σε προηγούμενες περιόδους μπορούσαν ανενόχλητα να προβάλλονται και να αναπαράγονται ως «μαρξιστικά» τώρα παίρνουν αναγκαστικά θέση. O Ζιzek δεν γράφει (όπως οι Negri-Hardt) το κείμενο του το 2000 η το 2004. Το γράφει το 2011 και επαναλαμβάνει θέσεις που διατύπωσε το 2009, έναν χρόνο μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Έτσι επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι τέτοιες ιστορικές εποχές σαν αυτές που ζούμε σήμερα είναι οι εποχές που θα αποφασίσεις με ποιους θα πάς και ποιους θα αφήσεις.


Συμπεράσματα.
Η πολιτική οικονομία του Slavoj Zizek είναι μια θεωρία βαθιά αντιδραστική που στην πραγματικότητα, όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε, δεν είναι τίποτα άλλο από μια συρραφή αστικών θεωριών που αναπαράγονται για να συγκροτήσουν τον εικονικό Καπιταλισμό και την «υπέρβαση» του Μαρξισμού, στο όνομα βέβαια του Μάρξ: η αυτοκρατορία, η επανάσταση των διευθυντών, οι μεταβιομηχανικές θεωρίες, η αστική πολιτική οικονομία είναι μόνο μερικές από αυτές. Ειδικότερα για τη θεωρία της Αυτοκρατορίας, ο Zizek όπως είδαμε ενσωματώνει όλο το βασικό της πλαίσιο και διαφοροποιείται μόνο σε κάποια από τα συμπεράσματα.

Στο βαθμό που η θεωρητική δουλειά, σε τελευταία ανάλυση, είναι ταξική πάλη στο χώρο της θεωρίας, η πολιτική οικονομία του εικονικού Καπιταλισμού του Zizek στέκεται απέναντι από τα εργατικά συμφέροντα. Είναι όμως κατάλληλο προϊόν για ένα σημαντικό τμήμα της φοιτητικής και μετά-φοιτητικής αριστεράς αλλά και διάφορων μετά-μαρξιστών και αντικαπιταλιστών ευρώ διανοούμενων γιατί παρέχει θεωρητική στήριξη και κάλυψη στα αστικά και μικροαστικά ρεύματα που μέσω τμημάτων της «αριστεράς» διαμεσολαβούνται στο εργατικό κίνημα και τη νεολαία.

Μια θεωρία που υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει εκμετάλλευση στην παραγωγή, ότι το πρόβλημα του Καπιταλισμού είναι η παρασιτική μισθωτή μπουρζουαζία που παίρνει υψηλούς μισθούς που δεν έχουν σχέση με την ανταγωνιστικότητα και που αυτή είναι που αντιδρά σήμερα, μαζί με την μαχητική στήριξη του Ευρωπαϊκού σφαγείου των λαών, της Ευρωπαικής Ένωσης είναι αναμφίβολα εξαιρετικά χρήσιμη στην σημερινή «αριστερή συζήτηση», ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο που προβάλλεται στο όνομα μιας αντίληψης που συνήθως δεν περιλαμβάνει πολιτικά και θεωρητικά επιχειρήματα, κριτική και αντί-κριτική αλλά αναρτήσεις κειμένων στο διαδικτυακό σούπερ-μάρκετ των αριστερών ιδεών που αναπαράγονται στο όνομα του υποτιθέμενου «διαλόγου» και της «συμβολής».

Η κρίση και οι σημερινές αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις και κατά συνέπεια στην οργάνωση της παραγωγής, στην αστική ιδεολογία, στην ταξική συνείδηση, στην εργατική και αστική πολιτική, στα χαρακτηριστικά της εργατική τάξης και του εργατικού κινήματος αποτελούν πραγματική πρόκληση για την ανάπτυξη της Μαρξιστικής κριτικής του Καπιταλισμού της εποχής μας. Κριτική που είναι ο δρόμος για να μην ανακαλύπτουμε κάθε λίγο τον τροχό, για να μην θεωρούμε ότι η «υπέρβαση του Μαρξισμού» βρίσκεται στην επιστροφή στο κάθε λογής αστικό προμαρξιστικό ρεύμα που κάθε τόσο, με ένα επίμονο και δογματικό τρόπο, μας σερβίρεται σε καινούργιο περιτύλιγμα. Πολύ περισσότερο όταν η κρίση φέρνει στο προσκήνιο, μαζί με όλη την σκουριά των ξεθωριασμένων αστικών ιδεολογιών (με μαρξιστική βιτρίνα η όχι) την δυνατότητα και ανάγκη για μια νέα εξόρμηση των Κομμουνιστικών ιδεών και της Μαρξιστικής κριτικής, για μια νέα συνάντηση της Μαρξιστικής και Κομμουνιστικής διανόησης με την εργατική τάξη της εποχής μας και την πάλη της για την υπεράσπιση της ζωής και μια κοινωνία πέρα από τον Καπιταλισμό.
Οι σημειώσεις και η βιβλιογραφία υπάρχουν σε ξεχωριστό link εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: