Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Το ΚΚΣΕ (μπ), το ΓΚΟΣΠΛΑΝ, και το ζήτημα της μετάβασης στην κομμουνιστική κοινωνία στη Σοβιετική Ένωση 1939-1953

Μεταφρασμένη αναδημοσίευση απο revolutionary democracy

τού Vijay Singh


Ο μαρξισμός αναγνωρίζει τον πρωταρχικό ρόλο της βιομηχανικής εργατικής τάξης στις δημοκρατικές και σοσιαλιστικές επαναστάσεις και κατά τη μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία.

 Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναφέρουν ότι από «όλες τις τάξεις που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι μια πραγματικά επαναστατική τάξη. Οι άλλες τάξεις χάνονται κι εξαφανίζονται στο πρόσωπο της σύγχρονης βιομηχανίας: το προλεταριάτο είναι το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της ». Ο Β.Ι Λένιν στο Ενα Μεγάλο Ξεκίνημα εξέφρασε τη μαρξιστική θέση ότι μόνο οι εργαζόμενοι των πόλεων και οι βιομηχανικοί εργάτες ήταν σε θέση να οδηγήσουν ολόκληρη την μάζα των εργαζόμενων και εκμεταλλευόμενων ανθρώπων στην ανατροπή του καπιταλισμού και στη δημιουργία του νέο σοσιαλιστικού συστήματος.


Ο Σοσιαλισμός απαιτεί  την κατάργηση των τάξεων, καταστώντας αναγκαία την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας όλων των μέσων παραγωγής, την κατάργηση της αντίθεσης ανάμεσα στην πόλη και το χωριό καθώς και της διάκρισης μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Ο Λένιν απέρριψε ρητά την άποψη ότι όλοι «οι εργαζόμενοι»   ήταν εξίσου ικανοί να εκτελέσουν  τα ιστορικά αυτά καθήκοντα. Θεώρησε ότι η παραδοχή ότι «οι εργαζόμενοι" ήταν σε θέση να εκτελέσουν τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης ήταν μια φράση κενή περιεχομένου ή η ψευδαίσθηση ενός προ-μαρξιστή σοσιαλιστή.

Η δυνατότητα της κατάργησης των τάξεων αναπτύχθηκε μόνο μέσα στις  υλικές συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής μεγάλης κλίμακας και άνηκε μόνο στους εργάτες.

Ο μαρξισμός εξαιρεί από τον ορισμό της εργατικής τάξης την αστική και αγροτική μικροαστική τάξη, το προσωπικό του γραφείου, τους εργαζόμενους σε διανοητική εργασία, καθώς το κουρελοπρολεταριάτο, τα λουμπεν στοιχεία. Οι απόπειρες του ρωσικού νεο-Μπρεζνιεφισμού να διευρύνει και να επεκτείνει τον ορισμό της εργατικής τάξης πρέπει να απορριφθούν, όπως ιστορικά, και οι προσπάθειες των Ναροντνικών να περιλάβουν και την μικροαστική τάξη σε αυτή την κατηγορία, πολεμήθηκαν από τους μπολσεβίκους.  Η σύγχυση σε αυτό το θέμα αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις στο χαρακτήρα και τη σύνθεση του Κομμουνιστικού Κόμματος, στην ίδια την ύπαρξη της δικτατορίας του προλεταριάτου, στην κατάργηση των τάξεων και του εμπορευματικού συστήματος στον σοσιαλισμό και στη μετάβαση στον κομμουνισμό.

Η λογική του μαρξισμού δεν επιτρέπει στούς «εργαζόμενους», σε αντίθεση με το προλεταριάτο, να κατευθύνουν την κατασκευή της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στο "Αγροτικό Ζήτημα στη Ρωσία στο Τέλος του Δέκατου Ενατου Αιώνα", ο Λένιν έλεγε κατηγορηματικά οτι σοσιαλισμός "σημαίνει την κατάργηση της εμπορευματικής οικονομίας" και ότι εφ 'όσον η συναλλαγή παραμένει "είναι γελοίο να μιλάμε για σοσιαλισμό". Η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει να παραμείνει μέχρις ότου εξαφανιστούν οι τάξεις, υποστήριξε  ο Λένιν στο άρθρο του Οικονομία και Πολιτική στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Η κατάργηση των τάξεων στο σοσιαλισμό που συνεπάγεται το τέλος της διαφοράς μεταξύ των βιομηχανικών εργατών και των αγροτών, έτσι ώστε όλοι να γίνουν εργάτες. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το προλεταριακό κόμμα δεν μπορεί να είναι ένα «κόμμα όλου του λαού» ή η δικτατορίατου προλεταριάτου  να είναι «κράτος όλου του λαού». Οι θέσεις αυτές παρέμειναν και κατά την περίοδο του Στάλιν.

Κατά την περίοδο μετά την κολεκτιβοποίηση στην ομιλία του για το σχέδιο του Συντάγματος ο Στάλιν έκρινε ότι η Σοβιετική Ένωση κατα κύριο λόγο είχε ήδη καταφέρει να δημιουργήσει τη βάση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.  Ο Στάλιν, ωστόσο, σε εκείνα τα χρόνια υποστήριξε, όπως και στην έκθεσή του προς το 17ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (μπ), ότι το έργο της οικοδόμησης μιας αταξικής σοσιαλιστικής κοινωνίας παρέμενε ένα μελλοντικό καθήκον.

Η προοπτική της ολοκλήρωσης της οικοδόμησης μιας αταξικής σοσιαλιστικής κοινωνίας και  η σταδιακή μετάβαση από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό ήταν η κυρίαρχη επωδός στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (μπ) που πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο του 1939. Αυτό προκύπτει σαφώς από τις ομιλίες της σοβιετικής ηγεσίας στο Κογκρέσο. Στην εναρκτήρια ομιλία του στο Κογκρέσο, ο Μολότοφ υποστήριξε ότι ο σοσιαλισμός είχε ουσιαστικά οικοδομηθεί στη Σοβιετική Ένωση και ότι η επικείμενη περίοδος ήταν αυτή της μετάβασης στον κομμουνισμό. Ο  Στάλιν στην έκθεσή του προς το Κογκρέσο, ενώ σημειώνει ότι η ΕΣΣΔ είχε ξεπεράσει τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες όσον αφορά το ποσοστό της βιομηχανικής ανάπτυξης και της τεχνικής της παραγωγής, δήλωσε ότι δεν είχε ακόμα ξεπεράσει οικονομικά τα κύρια καπιταλιστικά κράτη, όσον αφορά τη βιομηχανική κατανάλωση ανά κεφαλή, που ήταν η προϋπόθεση της  αφθονίας των αγαθών που ήταν απαραίτητη για τη μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη φάση του κομμουνισμού. Πρότεινε ότι η συνέχιση της ύπαρξης του Σοβιετικού κράτους ήταν αναγκαία κατά την περίοδο της οικοδόμησης του Σοβιετικού Κομμουνισμου. Μέχρις ότου η καπιταλιστική περικύκλωση να μετατραπεί σε σοσιαλιστική περικύκλωση και εφ' όσον ο κίνδυνος της εξωτερικής στρατιωτικής επίθεσης δεν υποχωρεί, τα στρατιωτικά, τα ποινικά και τα αστυνομικά όργανα ήταν αναγκαία για την επιβίωση της ΕΣΣΔ. Το σοβιετικό κράτος δεν προβλεπόταν να διαλυθεί στο άμεσο μέλλον,   ωστόσο  θα προχωρούσε σε αλλαγές σύμφωνα με τις εγχώριες και διεθνείς απαιτήσεις. Η πρόταση του Ένγκελς ότι η το κράτος θα εξαφανιστεί στον κομμουνισμό, αποφάνθηκε ο Στάλιν, προυποθέτει ότι η νίκη του κομμουνισμού θα έχει πραγματοποιηθεί στις μεγάλες χώρες, πράγμα που δεν ανταποκρινόταν στην τρέχουσα κατάσταση του σύγχρονου κόσμου.

Στην έκθεσή του για το Τρίτο Πενταετές Πλάνο για την ανάπτυξη της Εθνικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ ο Μολότοφ συνέδεσε το νέο πρόγραμμα ειδικά στο έργο της ολοκλήρωσης της αταξικής σοσιαλιστικής κοινωνίας και τη σταδιακή μετάβαση από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό.

Η Κολεκτιβοποίηση, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Πενταετούς Σχεδίου, είχε καταστρέψει οικονομικά τους κουλάκους που ήταν η τελευταία εκμεταλευτική τάξη στη σοβιετική κοινωνία. Κατ' αυτόν τον τρόπο μπήκε τέλος στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και σχηματίστηκε η συνεταιριστική μορφή των σχέσεων ιδιοκτησίας, με την καθιέρωση των κολχόζ που τώρα συνυπήρχαν με την κρατική ιδιοκτησία που είχε δημιουργηθεί στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Η πρώτη φάση του κομμουνισμού είχε ήδη οικοδομηθεί στην ΕΣΣΔ.

Το τρίτο πενταετές σχέδιο θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ένα σημαντικό βήμα προς το σχηματισμό του πλήρους κομμουνισμού. Ο Μολότοφ εξέτασε στη συνέχεια τις κοινωνικές τάξεις που υπήρχαν στη Σοβιετική Ένωση. Κοινωνικές διαφορές σύνεχιζαν να υπάρχουν μεταξύ της εργατική τάξης, την αγροτιά των κολλεκτιβιστικών αγροκτημάτων (καθώς και με το νέο στρώμα της σοσιαλιστικής διανόησης) ανάλογα με τη φύση των διαφορών στις σχέσεις ιδιοκτησίας μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων και τα κολχόζ. Κατά τη μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία, η εργατική τάξη θα παίξει τον ηγετικό ρόλο και η κολχόζνικη αγροτιά θα ασκούσε ενεργό ρόλο.

Σημειώνοντας τις διακρίσεις μεταξύ των προηγμένων και καθυστερένων στρωμάτων αυτών των τάξεων, ο Μολότοφ υποστήριξε ότι, ενώ η πλειοψηφία του πληθυσμού τοποθετούσε τα γενικά συμφέροντα της κοινωνίας και του κράτους έναντι των ιδιωτικών συμφερόντων στο πλαίσιο της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, υπήρχαν τμήματα που προσπαθούσαν να αποκτήσουν προνόμια από το κράτος, όπως και τμήματα της αγροτιάς που ανυσηχούσαν περισσότερο για την ευημερία των δικών τους συλλογικών αγροκτημάτων και τα δικά τους ατομικά συμφέροντα. Απο την αλλη ήταν το Σταχανωφικό κίνημα στα εργοστάσια που είχε εισάγει νέες τεχνικές νόρμες και αύξησε την παραγωγικότητα της εργασίας κατά το Δεύτερο Πενταετές Πλάνο  που εγγυήθηκε περισσότερες επιτυχίες για την Σοβιετική Ένωση.

Στην ομιλία του στο 18ο Συνέδριο ο πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού, ο Ν.Α Βοζνεσένσκυ (Voznesensky), εμπλούτησε το πρόγραμμα με πέντε βασικά καθήκοντα που απαιτούνταν ώστε το πρόγραμμα της κομμουνιστικής οικοδόμησης να επιτύχει:
Πρώτον, οι παραγωγικές δυνάμεις πρέπει να αναπτυχθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε η ΕΣΣΔ να ξεπεράσει οικονομικά τα κύρια καπιταλιστικά κράτη.

Δεύτερο, η παραγωγικότητα της εργασίας έπρεπε να αυξηθεί σε επίπεδο που θα επέτρεπε στη Σοβιετική Ένωση να παράγει μια πληθώρα προϊόντων πάνω στην οποία θα τεθούν οι βάσεις για τη διανομή με βάση της ανάγκες.

Τρίτο, τα απομεινάρια των αντιθέσεων ανάμεσα στην πόλη και χώρα έπρεπε σαρωθούν εντελώς.

Τέταρτο, το πολιτιστικό και τεχνικό επίπεδο της εργατικής τάξης έπρεπε να αυξηθεί στο επίπεδο εκείνων των εργατών που συμμετείχαν στα μηχανικολογικά και τεχνικά έργα, με στόχο την εξάλειψη των διαφορών μεταξύ διανοητικής και σωματικής εργασίας,

και τέλος, το Σοσιαλιστικό κράτος έπρεπε να αναπτύξεί νέες μορφές, κατά την οικοδόμηση του κομμουνισμού σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης.


Είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο Βοζνεσένσκυ, ενώ παράλληλα παρουσιάζει μια γενική εικόνα των αλλαγών που απαιτούνται στην κοινωνία και την κατάσταση κατά τη μεταβατική περίοδο προς τον κομμουνισμό, δεν προσεγγίζει το θέμα της αναγκαίας ριζικής ανασυγκρότησης των παραγωγικών σχέσεων στη γεωργία.

Στο 17ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (μπ) του 1934, ο Στάλιν είχε θίξει την ανάγκη της μετάβασης από τα κολχόζ που βασίζονται στη συλλογική ιδιοκτησία σε κομμούνες που να στηρίζονται στην κοινωνική ιδιοκτησία και την πιο ανεπτυγμένη τεχνική που θα προετοιμάσει το έδαφος για την κοινωνική παραγωγή αφθονίας προϊόντων. Με μία εύστοχη παρατήρηση, ο Βοζνεσένσκυ πρότεινε ότι το έργο της ολοκλήρωσης της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η μετάβαση στον κομμουνισμό και η κάλυψη της υστέρησης και προσπέρασης των καπιταλιστικών χωρών θα εκτείνονται πέρα ​​από την περίοδο του Τρίτου Πενταετούς Σχεδίου.

Ενώ δύο δεκαετίες είχαν απαιτηθεί για να θεσπίσει η  Σοβιετική  Ένωση τον σοσιαλισμό, ένα  ιστορικά μικρότερο χρονικό διάστημα θα είναι αναγκαίο για τη μετάβαση στον κομμουνισμό.

Μολότοφ έδωσε μια νότα σοβαρότητας στα συμπεράσματά του στο Κογκρέσο. Ενώ η είχε διασφαλιστεί η προοπτική προσπέρασης των πρωτοπόρων καπιταλιστικών χωρών , ήταν σημαντική η αναγνώριση των αδυναμιών της ΕΣΣΔ στον οικονομικό τομέα. Ενώ η κατάσταση των εργαζόμενων μαζών είχε βελτιωθεί στη Σοβιετική Ρωσία και θα συνέχιζε να βελτιώνεται περαιτέρω κατά τη διάρκεια του Τρίτου Πενταετούς Πλάνου, και ενώ η χώρα ξεπέρασε τη Δύση όσον αφορά την τεχνική παραγωγής, ήταν σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι υστερεί σε όρους βιομηχανικής παραγωγής κατά κεφαλή του πληθυσμού.

Οι προοπτικές που περιγάφτηκαν στο 18ο συνέδριο είχαν ευρείες συνέπειες. Σήμαιναν ότι η εκ νέου συγγραφή του προγράμματος του κόμματος ήταν επιτακτική ανάγκη. Το υφιστάμενο πρόγραμμα, το οποίο ίσχυε επισήμως είχε εγκριθεί από το 8ο συνέδριο του κόμματος το Μάρτιο, 1919, μόλις ενάμισο χρόνο μετά την επανάσταση. Στο νέο πρόγραμμα θα έπρεπε αναγκαστικά να ληφθεί υπόψη η διαδρομή που διανύθηκε απο τον Πολεμικό Κομμουνισμό, τη Νέα Οικονομική Πολιτική, την κολεκτιβοποίηση και η εκβιομηχάνιση μαζί με την  αναμενόμενη πορεία στόν  «πλήρη σοσιαλισμό» και «τον ολοκληρωμένο κομμουνισμό».

Το 1919 το πρόγραμμα είχε σωστά ζητήσει τη μετατροπή των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία της  εργατικής τάξης της Σοβιετικής Δημοκρατίας. Στον τομέα της γεωργίας   είχε ζητήσει την ίδρυση Κομμούνων για τη διεξαγωγή μεγάλης κλίμακας κοινωνικοποιημένη αγροτική παραγωγή. Η απαίτηση για την κατάργηση των τάξεων σαφώς επισήμαινε το τέλος της αγροτιάς ως τάξης. Ένα νέο πρόγραμμα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ξεκάθαρα το λεπτό ζήτημα της μετατροπής της ομαδικής ιδιοκτησίας  των κολχόζ σε κοινωνική ιδιοκτησία του συνόλου της κοινωνίας. Το 18ο Συνέδριο απαρτιζόταν απο μία 27μελή Επιτροπή, η οποία είχε επιφορτιστεί με την ευθύνη της σύνταξης των αλλαγών στο προβλεπόμενο Τρίτο Πρόγραμμα  του Κόμματος. Τα μέλη συμπεριελάμβαναν τους Στάλιν, Μολότωφ, Καγκάνοβιτς, Ζντάνοφ, Μπέρια, Βοσνεσένσκυ, Βυσίνσκι, Καλίνιν, Μαλιένκοφ, Μανουίλσκυ, Χρουστσόφ, Μικογιάν και Ποσπέλοφ.

Η μετάβαση στην κομμουνιστική οικοδόμση συνεπάγεται επίσης τον μεγάλης εμβέλειας αναπροσανατολισμό του Σοβιετικού σχεδιασμού με στόχο την θέσπιση της υλικής και της τεχνικής βάσης για τη νέα κοινωνία. Μετά από διαβουλεύσεις με τα μέλη της Ακαδημίας των Κοινωνικών Επιστημών της Σοβιετικής Ένωσης και με τα μέλη του Gosplan, ο Βοζνεσένσκυ πραγματοποίησε μια εκτεταμένη συνεδρίαση της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού, τον Ιούλιο του 1939, η οποία ανέλαβε το ζήτημα της εκπόνησης της ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας, ιδιαίτερα της επέκτασης της ενεργειακής βάσης της οικονομίας.

Το Gosplan αποφάσισε να επεξεργαστεί τις προοπτικές της κατασκευής του υδροηλεκτρικού συγκροτήματος Angarsk, την αύξηση της στάθμης της Κασπίας Θάλασσας και τη διασύνδεση του Βόλγα με τους βόρειους ποταμούς. Οι εξελίξεις αυτές αμέσως φέρνουν στο νου την αντίληψη του Λένιν ότι εξηλεκτρισμός θα ανοίξει την πόρτα στην κομμουνιστική κοινωνία. Ο κομμουνισμός ήταν, είπε, η σοβιετική εξουσία συν ο εξηλεκτρισμός όλης της χώρας. Στο πλαίσιο του GOELRO [σ.μ: ГОЭЛРО ήταν το πρώτο σοβιετικό πλάνο ανάκαμψης και ανάπτυξης, που λειτούργησε και ώς προσχέδιο και για τα προσεχή 5ετή πλάνα] είχε μιλήσει για την ανάγκη εκπόνησης ενός σχεδίου για την προοπτική της Σοβιετική Ρωσίας, το οποίο θα παρατεινόταν για μια περίοδο 10-15 ετών.

Με στόχο την ενίσχυση του αποθέματος των επιστημονικών ταλέντων, διαθέσιμων στο Gosplan για την υλοποίηση του μακροπρόθεσμου οικονομικού σχεδίου, μια σειρά από Ακαδημαϊκούς, συμπεριλαμβανομένων των μελών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, συμμετείχαν στις δραστηριότητες του Συμβουλίου επιστημονικοτεχνικών εμπειρογνωμόνων του Gosplan για την προετοιμασία του συνοπτικού σχεδίου. Μέσα σε ενάμισο χρόνο το Gosplan είχε προετοιμάσει  ένα διάγραμμα του μακροπρόθεσμου σχεδίου που έθετε ζητήματα πέρα ​​από τα όρια του Τρίτου Πενταετούς Πλάνου. Για αυτό τον λόγο ο Βοζνεσένσκυ συνέταξε ένα υπόμνημα για τον Στάλιν και τον Μολότωφ, που διαβάστηκε σε μια συνεδρίαση του Gosplan τον Σεπτέμβριο του 1940.

Τα κεντρικά ζητήματα  για ένα μακροπρόθεσμο οικονομικό πλάνο, που αποσκοπούσε στη δημιουργία μίας αταξικής σοσιαλιστικής κοινωνίας και του κομμουνισμού στο επίπεδο της οικοδόμησης των παραγωγικών δυνάμεων, ήταν η δημιουργία  μεταλλουργικών βιομηχανιών, σιδήρου και μή, η πλήρης ανακατασκευή των σιδηροδρομικών μεταφορών, η κατασκευή των υδροηλεκτρικών συγκροτημάτων Kuibyshev, Solikamsk και Angarsk, η υλοποίηση της σιδηροδρομικής αρτηρίας Βαϊκάλης-Αμούρ, η δημιουργία  πετρελαικών και  μεταλλουργικών βάσεων στο βόρειο τμήμα της ΕΣΣΔ και η ανάπτυξη των επιμέρους περιοχών της χώρας. Στο σημείωμά του ο Βοζνεσένσκυ ζήτησε την άδεια, το Gosplan να εκπονήσει ένα γενικό οικονομικό πρόγραμμα για περίοδο 15 ετών που θα υποβάλλονταν στην Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος μέχρι το τέλος του 1941.

Πλήρως ενσωματωμένη στο προβλεπόμενο μακροπρόθεσμο σχέδιο, ήταν μια νέα προσέγγιση του περιφερειακού σχεδιασμού που αφορούσε την καλύτερη αξιοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, τοποθετόντας τα νέα βιομηχανικά συγκροτήματα κοντά στις πηγές ενέργειας και πρώτων υλών, εξοικονομώντας έτσι εργασία κατά τη διάρκεια των διαφόρων σταδίων κατασκευής και της προετοιμασίας του τελικού προϊόντος. Ο Βοζνεσένσκυ εξασφάλισε τη δημιουργία ενός Ινστιτούτου Επιτρόπων του Gosplan σε όλες τις οικονομικές περιφέρειες της χώρας που είχε την ευθύνη να επιβλέπει την εκπλήρωση του κρατικού πλάνου και την εξασφάλιση της ανάπτυξης των βιομηχανικών συγκροτημάτων των οικονομικών περιφερειών. Οι Επίτροποι του Gosplan έπρεπε  να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στην εκπλήρωση του Τρίτου Πενταετούς Πλάνου σχετικά με τη δημιουργία των βιομηχανικών βάσεων καυσίμων σε κάθε οικονομική περιοχή, την εξασφάλιση πηγών ηλεκτρικής ενέργειας σε κάθε περιοχή, την εξάλειψη της παράλογης χρήσης μεταφορών, την διοχέτευση των τοπικών προμηθειών τροφίμων σε κάθε περιοχή και την ανάδειξη  οικονομικών πόρων. Ειδικά τμήματα δημιουργήθηκαν στο Gosplan που ασχολούνταν με την ανάπτυξη της οικονομίας στις διάφορες περιοχές της χώρας.

Στις 7 Φεβρουαρίου 1941, το Gosplan έλαβε απάντηση στην πρότασή του να δοθεί άδεια να εκπονήσει ένα 15ετές οικονομικό σχέδιο, που είχε σταλεί από τον Βοζνεσένσκυ στον Στάλιν και τον Μολότωφ περίπου πέντε μήνες νωρίτερα. Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ (μπ) και η Σόβναρκομ [σ.μ: Совет народных коммиссаров, Συμβούλιο των Λαικών Επιτρόπων], επίσημα επέτρεπαν την προετοιμασία ενός πλάνου απο το Gosplan για το ξεπέρασμα της κατά κεφαλήν παραγωγής των καπιταλιστικών χωρών σε χυτοσίδηρο, χάλυβα, πετρέλαιο, ηλεκτρική ενέργεια, μηχανήματα και άλλα μέσα παραγωγής και αναγκαίων προιόντων.

Αυτό καθιστούσε αναγκαία την ανεξάρτητη ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας στην ΕΣΣΔ, έτσι ώστε ο φυσικός πλούτος της χώρας να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις πιο εξελιγμένες μεθόδους για να προωθήσει την οργάνωση της παραγωγής. Απαιτούσε, επιπλέον, τον προκαθορισμό της ανάπτυξης των βασικών κλάδων της εθνικής οικονομίας, των οικονομικών περιφερειών και του ρυθμού και της κλίμακας της παραγωγής. Το γενικό πλάνο έπρεπε να καθορίσει τις αλλαγές στις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις, τα κοινωνικά καθήκοντα, τις μεθόδους για την αύξηση του επιπέδου των εργαζομένων και των γεωργικών εργατών της κολλεκτίβας με αυτή των εργαζομένων στούς τεχνικούς και μηχανικούς τομείς (αυτό θα διευκόλυνε τη διαδικασία της κατάργησης των τάξεων και την εξάλειψη των διακρίσεων μεταξύ της βιομηχανικής εργατικής τάξης και των διανοούμενων, και της κολλεκτιβιστικής αγροτιάς,  όπως απορρέει απο τις εντολές του Λένιν στο Οικονομία και Πολιτική στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου).

Οι εργασίες για το πλάνο κατανεμήθηκαν σε δύο στάδια μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 1941, και απο τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Σύμφωνα με τις εντολές τα όργανα του Gosplan προετοίμασαν το πρωτότυπο του γενικού πλάνου για την περίοδο 1943-1957 σε 2 τόμους. Το έργο αυτό αποτέλεσε την πρώτη σημαντική προσπάθεια για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από την προοπτική της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής οικονομίας και της ωρίμανσης της ως την κομμουνιστική οικονομία, σε μια περίοδο 15 ετών. Την 20η επέτειο του διατάγματος του Λένιν, που οδήγησε στη δημιουργία της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού,  η Πράβντα στις 22 Φλεβάρη του 1941 ξεκίνησε μια σειρά από άρθρα τα οποία έδωσαν ευρεία δημοσιότητα στο νέο 15ετές πλάνο.

Η ναζιστική εισβολή ανέκοψε τα έργα για την δημιουργία οικονομικής βάσης για τη μετάβαση στον κομμουνισμό. Ωστόσο, όσο πλησίαζαν οι εχθροπραξίες, υιοθετούνταν τα προπολεμικά πλάνα και έργα. Η  Έκθεση για το Πενταετές Πλάνο 1946-1950 και του Νόμου για το Πενταετές Πλάνο που υποβλήθηκε από τον Βοζνεσέσνκυ στο Ανώτατο Σοβιέτ τον Μάρτιο του 1946 σηματοδότησε την επανυιοθέτηση του τρόπου της ανάπτυξης που είχε προταθεί στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (β) για την οικοδόμηση της αταξικής σοσιαλιστικής κοινωνίας και τη σταδιακή μετάβαση προς τον κομμουνισμό. Το σχέδιο θεωρείται η συνέχιση των προπολεμικών βημάτων ώστε να καλυφθεί και να ξεπεραστεί η οικονομική διαφορά με τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες όσον αφορά τον όγκο της βιομηχανικής παραγωγής ανά κεφαλή. Ο Στάλιν, τον Σεπτέμβριο του 1946 επαναδιατύπωσε τη δυνατότητα της κατασκευής του κομμουνισμού σε μια χώρα, την ΕΣΣΔ. Ένα χρόνο αργότερα στην ίδρυση της Κομινφόρμ το 1947 στο Shklyarska Poremba, ο Μαλιένκοφ πρόσθεσε ότι η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ (μπ) δούλευε για την προετοιμασία ενός νέου προγράμματος για το κόμμα, καθώς το υπάρχον ήταν ξεπερασμένο και έπρεπε να να αντικατασταθεί από ένα νέο.

Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις ήταν η ανανεωμένη προσπάθεια να διαμορφώσει ένα μακροπρόθεσμο οικονομικό πλάνο για να τεθεί η οικονομική και κοινωνική βάση για τον κομμουνισμό. Στα μέσα του 1947, ο Βοζνεσέσνκυ θέτει το ζήτημα αυτό ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής. Υποστήριξε ότι ένα τέτοιο πλάνο ήταν επιτακτική ανάγκη για πολλούς λόγους. Πρώτον, ήταν άμεσα συνδεδεμένο με τις προετοιμασίες για το νέο πρόγραμμα του ΚΚΣΕ (μπ) καθώς και για την εκτέλεση των πλάνων που θα σκιαγραφούνταν με βαση το πρόγραμμα. Δεύτερον, τα καθήκοντα της επέκτασης του παραγωγικών δυνάμεων και η κατασκευή των νέων και μεγάλων κατασκευαστικών έργων (σιδηροδρομικές γραμμές, υδροηλεκτρικοί σταθμοί, μεταλλουργικές βιομηχανίες), δεν χωρούσαν στους περιορισμούς του ισχύοντος 5ετούς πλάνου. Υπενθυμίζοντας τους προπολεμικούς στόχους του γενικού πλάνου σχετικά με το ξεπέρασμα των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών από την άποψη της κατά κεφαλήν βιομηχανικής παραγωγής, ο Βοζνεσέσνκυ πρότεινε σήμερα ένα 20ετές πλάνο για την κατασκευή της κομμουνιστικής κοινωνίας στην ΕΣΣΔ. Ο Στάλιν κλήθηκε να υποστηρίξει το σχέδιο ψηφίσματος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος και του Υπουργικού Συμβουλίου δίνοντας στο Gosplan την ευθύνη για την παραγωγή του 20ετούς γενικού πλάνου, πρός υποβολή μέχρι τις 15 Ιανουαρίου, 1948. Η άδεια αυτή χορηγήθηκε στις 6 Αυγούστου, 1947.

Η κλίμακα των δραστηριοτήτων για την εκπόνηση του γενικού οικονομικού πλάνου μπορεί να κριθεί από το γεγονός ότι 80 υποεπιτροπές είχαν συσταθεί βάσει του Προέδρου του Gosplan, για να επεξεργαστούν διάφορες πτυχές του σχεδίου με τη συμμετοχή  οικονομικών διευθυντών, εμπειρογνωμόνων και ακαδημαικούς σπεσιαλίστες. Το φθινόπωρο του 1947, το Gosplan επανεξέτασε τη δομή του Ινστιτούτου Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών και τροποποίησε την λειτουργία της με βάση τόν νέο προσανατολισμό της προς τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η σοβιετική οικονομία. Το 1948, το Gosplan, η Ακαδημία των Επιστημών, τοπικά κομματικά και σοβιετικά όργανα, προχώρησαν σε συνέδρεια πρός μελέτη των παραγωγικών δυνάμεων των οικονομικών περιφερειών της χώρας. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στις βοριοδυτικές περιοχές  , την περιοχή της Κεντρικής Μαύρης Γης, το Kuzbass , το Καζαχστάν, την ανατολική Σιβηρία και την Άπω Ανατολή. Βάσει των εν λόγω παρασκευασμάτων στο πλαίσιο του πλάνου διαμορφώθηκε για τους διάφορους κλάδους της εθνικής οικονομίας και των διαφόρων οικονομικών περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης. Μιά αναφορά σχετικά με το γενικό πλάνο για την περίοδο 1951-1970 συντάχθηκε με τους απαραίτητους ισολογιστικούς  υπολογισμούς και άλλο υλικό πρός παρουσίαση στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ (μπ) και την Σοβιετική κυβέρνηση. Η Ειδική Επιτροπή υπο το συντονισμό του Βοζνεσέσνκυ εξέτασε τις προκαταρκτικές θέσεις σχετικά με το γενικό πλανο, το Σεπτέμβριο του 1948.

Παρά αυτό το ορμήτικο ξεκίνημα, το 20ετές Γενικό Πλάνο δεν θα ολοκληρωνόταν παρ'όλο που το θέμα της μετάβασης στον κομμουνισμό παρέμεινε ένα κεντρικό ζήτημα για το ΚΚΣΕ (μπ). Ο λόγος για αυτό φαίνεται να είναι η συμμετοχή του Βοζνεσέσνκυ ως προέδρου του Gosplan στην προσπάθεια να αξιοποιήσει εμπορευματοχρηματικές σχέσεις στη σοβιετική οικονομία σε εξωφρενικό επίπεδο, στο βαθμό που η ίδια η επιβίωση της σοσιαλιστικής οικονομίας τίθονταν σε κίνδυνο,  και που οδήγησε στην απομάκρυνση του απο υπεύθυνες θέσεις. Ωστόσο οι απόψεις του Βοζνεσέσνκυ για τη μετάβαση στον κομμουνισμό που έχουν έρθει σε μας μέσω των προσπαθειών του βιογράφου του, Β.Β Κολοτώφ έχουν ενδιαφέρον.
Η εκπόνηση του 20ετούς πλάνου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο στη σκέψη του Βοζνεσέσνκυ με τη βάση της κομμουνιστικής κοινωνίας:  θεωρούσε δικό του καθήκον να επεξεργαστεί τους νόμους για την ίδρυση του κομμουνισμού και το πως οι παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις θα πρέπει να συνδεθούν. Στην τελευταία του συζήτηση με τους εργάτες του Gosplan, υποστήριξε ότι κάθε κοινωνικός σχηματισμός είχε οικονομικούς νόμους, κάποιοι λειτουργούν σε διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, και κάποιοι είναι λειτουργήσιμοι μόνο σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό. Κάθε κοινωνικός σχηματισμός έχει τον βασικό οικονομικό του νόμο. Ήταν σημαντικό το να αποκαλύψει τους οικονομικούς νόμους της κομμουνιστικής οικοδόμησης, δηλαδή τα μονοπάτια απο τα οποία οι παραγωγικές σχέσεις του σοσιαλισμού μετατρέπονταν σε σχέσεις παραγωγής της κομμουνιστικής κοινωνίας. Ήταν απαραίτητο να διευκρινίσει τις πιθανές αντιφάσεις μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής υπό το κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής, και τον τρόπο με τον οποίο αυτά μπορούν να επιλυθούν. Αυτά ήταν τα ίδια ερωτήματα που πάρθηκαν προς συζήτηση από τον Στάλιν στις παρατηρήσεις του, στην οικονομική συζήτηση του Νοεμβρίου του 1951.

Ενώ το γενικό πλάνο για την Κομμουνιστική οικοδόμηση δεν θα δεί το φως της ημέρας, μια σειρά από έργα που αποσκοπούσαν στη διεύρυνση των παραγωγικών δυνάμεων της Σοβιετικής Ένωσης, τα οποία είχε δημιουργηθεί στην προπολεμική εργασία του Gosplan, και τα οποία αφορούσαν τον εξηλεκτρισμό, την εκμηχάνιση, τον αυτοματισμό, και την εκχημιοποίηση της βιομηχανίας άρχισαν να υλοποιούνται. Ο εξηλεκτρισμός όλων των κλάδων της εθνικής οικονομίας είχε προβλεφθεί από την ανάπτυξη της ηλεκτροχημείας, ηλεκτρομεταλλουργίας των σιδηρούχων και μη σιδηρούχων μεταλλευμάτων, καθώς και στα αλουμίνιο, μαγνήσιο και τα κράματα τους. Η ηλεκτροδότηση των σιδηροδρομικών μεταφορών κρίθηκε σκόπιμη για την οικονομία στα καύσιμα και το τροχαίο υλικό. Στον τομέα της γεωργίας, η ηλεκτρική ενέργεια θα  χρησιμοποιούταν εκτεταμένα στην εκμηχάνιση της κτηνοτροφίας, το αλώνισμα και την άρδευση. Σύμφωνα με αυτή τη γενική αντίληψη οι οδηγίες του 19ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ προέβλεπαν αύξηση της ηλεκτρικής ενέργειας κατά περίπου 80% για την περίοδο 1951-55. Ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας ήταν το κεντρικό χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας της περιόδου. Τα μεγαλεπήβολα κατασκευαστικά έργα για την κομμουνιστική οικοδόμηση περιελάμβαναν την κατασκευή των υδροηλεκτρικών σταθμών Kuibyshev και Στάλινγκραντ που σχεδιάστηκαν για να παράγουν περίπου 20.000 εκατ. kWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως, το οποίο ήταν περισσότερο από το ήμισυ της συνολικής ενέργειας που παραγόταν στη Σοβιετική Ένωση πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Το ζήτημα των αλλαγών που απαιτούνται στις σχέσεις παραγωγής για την επικείμενη μετάβαση στον κομμουνισμό σκιαγράφονταν στο τελευταίο μεγάλο έργο του Στάλιν. Αφού στήριξε την άποψη ότι η συνεχής επέκταση της κοινωνικής παραγωγής ήταν αναγκαία, κατά την οποία ένα σχετικά υψηλότερο ποσοστό της επέκτασης της παραγωγής των μέσων παραγωγής ήταν απαραίτητη, έτσι ώστε αναπαραγωγή σε εκτεταμένη κλίμακα θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, ο Στάλιν υποστήριξε ότι οι παραγωγικές σχέσεις πρέπει επίσης να προσαρμοστούν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

 Ήδη, παράγοντες όπως η ομαδική ιδιοκτησία των κολχόζ και η εμπορευματική κυκλοφορία είχαν αρχίσει να παρεμποδίσουν την ισχυρή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που δημιούργησαν εμπόδια για την πλήρη επέκταση του σχεδιασμού της κυβέρνησης για το σύνολο της εθνικής οικονομίας, ιδίως στον τομέα της γεωργίας. Για την εξάλειψη των αντιθέσεων ήταν απαραίτητο να μετατραπεί σταδιακά η ομαδική αγροτική ιδιοκτησία σε δημόσια περιουσία και να εισαχθεί σταδιακά η ανταλλαγή προιόντων στη θέση της εμπορευματικής κυκλοφορίας.

Περιττό να πούμε ότι το πρόγραμμα για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την αναδιάρθρωση των σχέσεων παραγωγής, σύμφωνα με τη μετάβαση στον κομμουνισμό κατεδαφίστηκε μετά το θάνατο του Στάλιν.

Σύμφωνα με τον Χρουστσώφ το ζήτημα του σχετικά υψηλότερου ρυθμού ανάπτυξης των μέσων της παραγωγής δεν είναι καθοριστικό. Η προοπτική της αντικατάστασης της εμπορευματικής κυκλοφορίας από την ανταλλαγή των προϊόντων τερματίστηκε. Το νέο πρόγραμμα για την «κομμουνιστική οικοδόμησης» ζήτησε ρητά τη μεγαλύτερη δυνατή ανάπτυξη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων: Η ομαδική ιδιοκτησία, τα κολχόζ και η κυκλοφορία των εμπορευμάτων θα διατηρούνταν και δεν θα τερματίζονταν.
·     Το ΚΚΣΕ (μπ) τώρα αποστασιοποιούταν απο τη λενινιστική αντίληψη ότι στον σοσιαλισμό οι τάξεις πρέπει να καταργηθούν και ότι οι διακρίσεις μεταξύ των βιομηχανικών εργατών και των αγροτών, μεταξύ πόλης και υπαίθρου και μεταξύ διανοητικής και σωματικής εργασίας πρέπει να εξαλειφθεί.

Η ιστορία του ΚΚΣΕ (μπ) επιβεβαιώνει ότι η σαφήνεια σχετικά με το ζήτημα της προσέγγισης των τάξεων και η ανάγκη υπεράσπισης της μαρξιστικής-λενινιστικής προσέγγισης για τον ορισμό του προλεταριάτου είναι μια επιτακτική ανάγκη, αν θέλουμε ενα αληθινό Κομμουνιστικό Κόμμα να δημιουργηθεί στην πρώην Σοβιετική  Ένωση. Μόνο σε αυτή τη βάση είναι δυνατόν να επιτευχθεί η δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία είναι η καθοριστική προϋπόθεση για την κατάργηση των τάξεων, της εμπορευματικής παραγωγής και ανταλλαγής, στο πλαίσιο του σοσιαλισμού στην πορεία για την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.



Αναφορές

XVIII S'ezd Vsesoyuznoi Kommunisticheskoi partii (b), Stenograficheskii otchet, Moscow, 1939.
·    V.V. Kolotov, Nikolai Alekseevich Voznesensky, Moscow, 1974.
·    V. Kolotov and G. Petrovichev, N.A. Voznesensky, Moscow, 1963.
·    G. Kozyachenko, 'Krupnyi deyatel sotsialisticheskogo planirovaniya', Planovoe Khozyaistvo, No. 10-12, 1973.
·    G. Perov, 'Na perdenem krae ekonomicheskoi nauki i praktiki sotsialisticheskogo planirovaniya', Planovoe Khozyaistvo No. 7-9, 1971.
·    Programma i ustav VKP(b), Moscow, 1936.
·    M. Rubinstein, O sozdannii material'no-tekhnichesko bazy Kommunizma, Moscow, 1952.
·    I. Stalin, Economicheskie problemy sotsializma V SSSR, Moscow, 1952.
·    N.A. Voznesensky, Izbrannye proizvedeniya 1931-1947, Moscow, 1979.
Εισήγηση στο Διεθνές Επιστημονικόπρακτικό Συνέδριο  με θέμα "Ταξική ανάλυσης στο σύγχρονο Κομμουνιστικό Κίνημα"   που διοργανώθηκε από το Διεθνές Κέντρο για τη Διαμόρφωση της Σύγχρονης Κομμουνιστικής Θεώρησης στη Μόσχα στις 8-10 Νοεμβρίου 1996.

Δεν υπάρχουν σχόλια: