Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Β.Ι. ΛΕΝΙΝ - Αριστερισμός (κεφ E,Z) - Μια τυπική περίπτωση

Ο «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ» ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ. 

ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ – ΤΟ ΚΟΜΜΑ – Η ΤΑΞΗ – Η ΜΑΖΑ

Οι γερμανοί κομμουνιστές, για τους οποίους θα μιλήσουμε τώρα, δεν ονομάζουν τον εαυτό τους «αριστερούς», αλλά – αν δεν κάνω λάθος –«αντιπολίτευση αρχών». Από την ανάλυση, όμως, που θα ακολουθήσει, θα φανεί ότι παρουσιάζουν πέρα για πέρα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της «παιδικής αρρώστιας του αριστερισμού».








Η μπροσουρίτσα «Η Διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (της Ένωσης των Σπαρτακιστών)», που έβγαλε η «Τοπική Ομάδα της Φραγκφούρτης του Μάιν» και υποστηρίζει τις απόψεις αυτής της αντιπολίτευσης, εκθέτει πάρα πολύ ανάγλυφα, με ακρίβεια, σαφήνεια και συντομία την ουσία των απόψεων αυτής της αντιπολίτευσης. Αρκούν μερικές περικοπές για να γνωρίσουν οι αναγνώστες μας αυτή την ουσία:

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι το κόμμα της πιο αποφασιστικής ταξικής πάλης...».

«...Από πολιτική άποψη ο μεταβατικός αυτός χρόνος» (ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό) «είναι η περίοδος της δικτατορίας του προλεταριάτου...».

«...Γεννιέται το ερώτημα: ποιος πρέπει να είναι ο φορέας της δικτατορίας: το Κομμουνιστικό κόμμα ή η προλεταριακή τάξη;… Τι πρέπει να επιδιώκουμε από άποψη αρχών τη δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος ή τη δικτατορία της προλεταριακής τάξης;…».


(Οι υπογραμμίσεις στην περικοπή είναι παντού από το πρωτότυπο.)

Στη συνέχεια ο συγγραφέας της μπροσούρας κατηγορεί την «Κεντρική Επιτροπή» του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας ότι ψάχνει να βρει δρόμο για συνασπισμό με το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας, ότι «το ζήτημα της καταρχήν αναγνώρισης όλων των πολιτικών μέσων» πάλης, μαζί και του κοινοβουλευτισμού, το έβαλε η «Κεντρική Επιτροπή» μόνο και μόνο για να συγκαλύψει τις πραγματικές και κύριες επιδιώξεις της για συνασπισμό με τους ανεξάρτητους. Και η μπροσούρα συνεχίζει:

«Η αντιπολίτευση διάλεξε άλλο δρόμο. Έχει τη γνώμη ότι το ζήτημα για την κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος και τη δικτατορία του κόμματος είναι μονάχα ζήτημα τακτικής. Πάντως η κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι η τελευταία μορφή κάθε κυριαρχίας κόμματος. Από άποψη αρχών πρέπει να τείνουμε στη δικτατορία της προλεταριακής τάξης. Και όλα τα μέτρα του κόμματος, οι οργανώσεις του, οι μορφές πάλης του, η στρατηγική και η τακτική του πρέπει να προσαρμόζονται σ’ αυτό το σκοπό. Σύμφωνα μ’ αυτό πρέπει να απορρίψουμε κατηγορηματικότατα κάθε συμβιβασμό με άλλα κόμματα, κάθε επάνοδο στις ιστορικά και πολιτικά ξεπερασμένες μορφές του κοινοβουλευτικού αγώνα, κάθε πολιτική ελιγμών και συμφιλιωτισμού». «Πρέπει να υπογραμμιστούν έντονα οι ειδικές προλεταριακές μέθοδοι επαναστατικής πάλης. Και για να προσελκυστούν οι πιο πλατιοί κύκλοι και τα πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου, που πρέπει να μπουν στον επαναστατικό αγώνα κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, πρέπει να δημιουργηθούν νέες οργανωτικές μορφές πάνω στην πιο πλατιά βάση και μέσα στα πιο πλατιά πλαίσια. Αυτός ο τόπος συγκέντρωσης όλων των επαναστατικών στοιχείων είναι η εργατική ένωση, συγκροτημένη με βάση τις εργοστασιακές οργανώσεις. Σ’ αυτή πρέπει να συνενωθούν όλοι οι εργάτες, που ακολούθησαν το σύνθημα: έξω από τα συνδικάτα! Εδώ οργανώνεται το μαχόμενο προλεταριάτο στις πιο πλατιές μαχητικές γραμμές. Η αναγνώριση της ταξικής πάλης, του σοβιετικού συστήματος και της δικτατορίας είναι αρκετά για την προσχώρηση. Όλη η παραπέρα πολιτική διαπαιδαγώγηση των μαχόμενων μαζών και ο πολιτικός προσανατολισμός στον αγώνα είναι καθήκον του Κομμουνιστικού Κόμματος που στέκεται έξω από την εργατική ένωση...».


«...Συνεπώς, δυο Κομμουνιστικά Κόμματα στέκουν τώρα το ένα απέναντι στο άλλο:
Το ένα είναι το κόμμα των αρχηγών, που επιδιώκει να οργανώσει τον επαναστατικό αγώνα και να τον διευθύνει από τα πάνω, δεχόμενο τους συμβιβασμούς και τον κοινοβουλευτισμό, για να δημιουργήσει καταστάσεις τέτοιες που θα επιτρέψουν σ’ αυτούς τους αρχηγούς να μπουν σε κυβέρνηση συνασπισμού, που θα είχε στα χέρια της τη δικτατορία.

Το άλλο είναι το κόμμα των μαζών, που περιμένει την άνοδο του επαναστατικού αγώνα από τα κάτω, ξέροντας και εφαρμόζοντας γι’ αυτό τον αγώνα μόνο μια μέθοδο που οδηγεί ξεκάθαρα στο σκοπό και απορρίπτει κάθε κοινοβουλευτική και οπορτουνιστική μέθοδο. Αυτή η μοναδική μέθοδος είναι η μέθοδος της χωρίς όρους ανατροπής της αστικής τάξης, για να εγκαθιδρυθεί έπειτα η προλεταριακή ταξική δικτατορία για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού...»

 ...Εκεί δικτατορία των αρχηγών – εδώ δικτατορία των μαζών!, αυτό είναι το σύνθημα μας».


 Αυτές είναι οι πιο ουσιαστικές θέσεις που χαρακτηρίζουν τις απόψεις της αντιπολίτευσης στο γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα.


Ο κάθε μπολσεβίκος που συμμετείχε συνειδητά ή που παρακολούθησε από κοντά την ανάπτυξη του μπολσεβικισμού από το 1903, διαβάζοντας αυτούς τους συλλογισμούς θα πει αμέσως: «τι παλιά κι από καιρό γνωστή σαβούρα! Τί «αριστερή» παιδαριωδία!».


Ας εξετάσουμε όμως από κοντά τους συλλογισμούς αυτούς.


Και μόνο ο τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος: «δικτατορία του κόμματος ή δικτατορία της τάξης; Δικτατορία (κόμμα) των ηγετών ή δικτατορία (κόμμα) των μαζών;» – δείχνει την πιο απίστευτη και αθεράπευτη σύγχυση της σκέψης.

Οι άνθρωποι αυτοί πασχίζουν να επινοήσουν κάτι το εντελώς πρωτότυπο και, μέ το ζήλο τους να κάνουν το σοφό, γίνονται γελοίοι. Όλοι ξέρουν ότι οι μάζες χωρίζονται σε τάξεις· ότι αντιπαράθεση των μαζών στις τάξεις μπορεί να γίνει μόνο σαν αντιπαράθεση της τεράστιας πλειοψηφίας γενικά – χωρίς χωρισμό της σύμφωνα με τη θέση που κατέχει μέσα στο κοινωνικό σύστημα της παραγωγής – στις κατηγορίες που κατέχουν ιδιαίτερη θέση μέσα στο κοινωνικό σύστημα της παραγωγής· ότι τις τάξεις τις καθοδηγούν συνήθως και στις περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστο στις σύγχρονες πολιτισμένες χώρες, πολιτικά κόμματα· ότι τα πολιτικά κόμματα, κατά γενικό κανόνα, τα διευθύνουν λίγο-πολύ σταθερές ομάδες προσώπων, που έχουν το μεγαλύτερο κύρος, τη μεγαλύτερη επιρροή και πείρα, εκλέγονται στις πιο υπεύθυνες θέσεις και ονομάζονται αρχηγοί. Όλα αυτά είναι στοιχειώδη. Όλα αυτά είναι απλά και καθαρά.

Τί χρειαζόταν να τα αντικαταστήσουν με κάτι αλαμπουρνέζικα, με μια καινούργια βολαπίκ;[3]

Από το ένα μέρος είναι φανερό πως οι άνθρωποι αυτοί τα έχασαν και βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, όταν η γρήγορη εναλλαγή της νόμιμης και της παράνομης θέσης του κόμματος διατάραξε τη συνηθισμένη, κανονική, απλή σχέση ανάμεσα στους αρχηγούς, τα κόμματα και τις τάξεις.

Στη Γερμανία, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, παρασυνήθισαν στη νομιμότητα, στην ελεύθερη και κανονική εκλογή των «αρχηγών» από τα τακτικά συνέδρια των κομμάτων, στο βολικό έλεγχο της ταξικής σύνθεσης των κομμάτων με τις βουλευτικές εκλογές, με τις συγκεντρώσεις, με τον Τύπο, με τον προσανατολισμό των συνδικάτων και των άλλων οργανώσεων κτλ.

Όταν εξαιτίας της θυελλώδους πορείας της επανάστασης και της ανάπτυξης του εμφυλίου πολέμου χρειάστηκε να περάσουν γρήγορα απ’ αυτή τη συνηθισμένη κατάσταση στην εναλλαγή της νομιμότητας και της παρανομίας, στο συνδυασμό τους, στις «μη βολικές», «μη δημοκρατικές» μεθόδους ανάδειξης ή σχηματισμού, ή διατήρησης των «ομάδων των αρχηγών», οι άνθρωποι τα έχασαν και άρχισαν να επινοούν φοβερές ανοησίες. Όπως φαίνεται, ορισμένα μέλη του Ολλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος που είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε μια μικρή χώρα, με παραδόσεις και συνθήκες μιας εξαιρετικά προνομιακής και εξαιρετικά σταθερής νομιμότητας, άνθρωποι που δεν είχαν δει καθόλου εναλλαγή της νόμιμης με την παράνομη κατάσταση, μπερδεύτηκαν και τα έχασαν οι ίδιοι και βοήθησαν να δημιουργηθούν οι ανόητες επινοήσεις.

Από το άλλο μέρος, παρατηρείται απλούστατα μια απερίσκεπτη και ασυνάρτητη χρησιμοποίηση λέξεων, που είναι της «μόδας» στις μέρες μας, για τη «μάζα» και τους «αρχηγούς». Οι άνθρωποι άκουσαν πολλά και έβαλαν καλά μέσα στο μυαλό τους τις επιθέσεις ενάντια στους αρχηγούς, την αντιπαράθεση των «αρχηγών» στις «μάζες», δεν μπόρεσαν όμως να σκεφτούν και να ξεκαθαρίσουν μέσα τους γιατί γίνεται αυτό.

Η διάσταση ανάμεσα σε «αρχηγούς» και «μάζες» εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια και οξύτητα στο τέλος του ιμπεριαλιστικού πολέμου και μετά απ’ αυτόν σε όλες τις χώρες. Τη βασική αιτία αυτού του φαινομένου την εξήγησαν πολλές φορές ο Μαρξ και ο Έγκελς στην περίοδο 1852-1892 με το παράδειγμα της Αγγλίας. Η μονοπωλιακή θέση της Αγγλίας συντέλεσε στο να ξεχωρίσει μέσα από τη «μάζα» μια «εργατική αριστοκρατία», μισομικροαστική, οπορτουνιστική. Οι αρχηγοί αυτής της εργατικής αριστοκρατίας περνούσαν συνεχώς με το μέρος της αστικής τάξης, συντηρούνταν, άμεσα η έμμεσα, απ’ αυτή. Ο Μαρξ συγκέντρωσε το τιμητικό μίσος αυτών των παλιανθρώπων, γιατί τους στιγμάτισε ανοιχτά σαν προδότες. Ο νεότερος ιμπεριαλισμός (του 20ού αιώνα) δημιούργησε για αρκετές προηγμένες χώρες μια μονοπωλιακή-προνομιακή κατάσταση και πάνω σ’ αυτό το έδαφος διαμορφώθηκε παντού μέσα στη II Διεθνή ο τύπος των αρχηγών-προδοτών, των οπορτουνιστών, των σοσιαλσοβινιστών, που υπερασπίζουν τα συμφέροντα της συντεχνίας τους, του λεπτού τους στρώματος της εργατικής αριστοκρατίας. Δημιουργήθηκε μια απόσπαση των οπορτουνιστικών κομμάτων από τις «μάζες», δηλ. από τα πιο πλατιά στρώματα των εργαζομένων, από την πλειοψηφία τους, από τους εργάτες που πληρώνονται χειρότερα. Η νίκη του επαναστατικού προλεταριάτου είναι αδύνατη, αν δεν καταπολεμηθεί αυτό το κακό, αν δεν ξεσκεπαστούν, στιγματιστούν και διωχτούν οι οπορτουνιστές, σοσιαλπροδότες αρχηγοί· κι αυτή ακριβώς την πολιτική ακολούθησε η III Διεθνής.


Να φτάνουν, όμως, γι’ αυτό το λόγο ως το σημείο να αντιπαραθέτουν γενικά τη δικτατορία των μαζών στη δικτατορία των αρχηγών είναι ανοησία και βλακεία που προκαλεί τα γέλια. 

Είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό το ότι στη θέση των παλιών πολιτικών αρχηγών, που έχουν τις κοινές ανθρώπινες ιδέες για τα απλά πράγματα, προωθούν στην πράξη (με το προκάλυμμα του συνθήματος «κάτω οι αρχηγοί») νέους αρχηγούς που λένε φοβερές ανοησίες και παρλαπίπες. Τέτοιοι είναι στη Γερμανία ο Λάουφενμπεργκ, ο Βολφχάιμ, ο Χόρνερ, ο Καρλ Σρέντερ, ο Φρίντριχ Βέντελ, ο Καρλ Έρλερ.[4]

Οι απόπειρες αυτού του τελευταίου «να εμβαθύνει» στο ζήτημα και να διακηρύξει γενικά ότι τα πολιτικά κόμματα είναι άχρηστα και έχουν «αστικό χαρακτήρα» αποτελούν τέτοιο αποκορύφωμα ανοησίας, που δεν σου μένει παρά να σηκώσεις τα χέρια. Να λοιπόν που στ’ αλήθεια, από ένα μικρό λάθος μπορεί πάντοτε να δημιουργηθεί ένα μεγάλο-τερατώδες λάθος, αν επιμένει κανείς στο λάθος αυτό, αν θέλει να το δικαιολογήσει κατά βάθος, αν το «παρατραβήξει ως την άκρη».

Άρνηση της κομματικότητας και της κομματικής πειθαρχίας – να ως που έφτασε η αντιπολίτευση. Κι αυτό ισοδυναμεί με ολοκληρωτικό αφοπλισμό του προλεταριάτου προς όφελος της αστικής τάξης.

Αυτό ισοδυναμεί ακριβώς με εκείνη τη μικροαστική διασπορά, αστάθεια, ανικανότητα για αντοχή, συνένωση και οργανωμένη δράση, πράγμα που οπωσδήποτε χαντακώνει κάθε προλεταριακό επαναστατικό κίνημα, αν αντιμετωπιστεί ανεκτικά.

Το να αρνείσαι την κομματικότητα από την άποψη του κομμουνισμού, σημαίνει να κάνεις ένα πήδημα από την παραμονή της κατάρρευσης του καπιταλισμού (στη Γερμανία) όχι στην κατώτερη ή στη μεσαία φάση του κομμουνισμού, αλλά στην ανώτερη φάση του.

 Εμείς στη Ρωσία (τον τρίτο χρόνο ύστερα από την ανατροπή της αστικής τάξης) κάνουμε τα πρώτα βήματα του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό ή το κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού. Οι τάξεις εξακολουθούν να υπάρχουν και παντού θα εξακολουθούν να υπάρχουν για χρόνια ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο. Ίσως αυτό το χρονικό διάστημα να είναι μικρότερο στην Αγγλία, όπου δεν υπάρχουν αγρότες (υπάρχουν όμως ωστόσο μικρονοικοκυρέοι!). Να εξαλείψουμε τις τάξεις σημαίνει όχι μόνο να διώξουμε τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές – αυτό το κάναμε σχετικά εύκολα – σημαίνει ακόμη να εξαλείψουμε τους μικρούς εμπορευματοπαραγωγούς, κι αυτούς δεν μπορούμε να τους διώξουμε, δεν μπορούμε να τους πνίξουμε, πρέπει να τα ταιριάσουμε μαζί τους, αυτούς μπορούμε (και πρέπει) να τους μεταπλάσουμε, να τους αναδιαπαιδαγωγήσουμε, και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια πολύ μακρόχρονη, αργή, προσεκτική οργανωτική δουλειά. Περικυκλώνουν απ’ όλες τις μεριές το προλεταριάτο με το μικροαστικό στοιχείο, το διαποτίζουν μ’ αυτό, το διαφθείρουν μ’ αυτό, προκαλούν συνεχώς μέσα στο προλεταριάτο υποτροπές μικροαστικής έλλειψης χαρακτήρα, διασποράς, ατομικισμού, μεταπτώσεων από τον ενθουσιασμό στην κατάπτωση.

Χρειάζεται ο πιο αυστηρός συγκεντρωτισμός και η πιο αυστηρή πειθαρχία μέσα στο πολιτικό Κόμμα του προλεταριάτου για να τα αντιμετωπίσει αυτά, για να κάνει το προλεταριάτο να παίξει σωστά, πετυχημένα και νικηφόρα τον οργανωτικό του ρόλο (κι’ αυτός είναι ο κυριότερος ρόλος του). Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι ένας επίμονος αγώνας, αιματηρός και αναίμακτος, βίαιος και ειρηνικός, πολεμικός και οικονομικός, διαπαιδαγωγικός και διοικητικός, ενάντια στις δυνάμεις και στις παραδόσεις της παλιάς κοινωνίας. Η δύναμη της συνήθειας εκατομμυρίων και δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων είναι η πιο φοβερή δύναμη. Χωρίς Κόμμα σιδερένιο και ατσαλωμένο στην πάλη, χωρίς Κόμμα που να απολαβαίνει την εμπιστοσύνη κάθε τίμιου στοιχείου της τάξης του, χωρίς Κόμμα που να ξέρει να παρακολουθεί τις διαθέσεις των μαζών και να τις επηρεάζει είναι αδύνατο να διεξαχθεί μια τέτοια πάλη με επιτυχία.

Είναι χίλιες φορές πιο εύκολο να νικήσουμε τη μεγάλη συγκεντροποιημένη αστική τάξη, παρά «να νικήσουμε» τα εκατομμύρια και εκατομμύρια των μικρονοικοκυρέων, ενώ αυτοί με την καθημερινή, τη συνηθισμένη, την αφανή, την ασύλληπτη, την αποσυνθετική τους δράση φέρνουν τα ίδια εκείνα αποτελέσματα που χρειάζεται η αστική τάξη και που παλινορθώνουν την αστική τάξη. Όποιος αδυνατίζει έστω και λίγο τη σιδερένια πειθαρχία του Κόμματος του προλεταριάτου (προπαντός τον καιρό της δικτατορίας του), βοηθά έμπρακτα την αστική τάξη ενάντια στο προλεταριάτο.

Δίπλα στο ζήτημα των αρχηγών – του Κόμματος – της τάξης – της μάζας πρέπει να βάλουμε το ζήτημα των «αντιδραστικών» συνδικάτων. Στην αρχή όμως ας μου επιτραπεί να κάνω ακόμη μερικές συμπερασματικές παρατηρήσεις με βάση την πείρα του Κόμματος μας.

Στο Κόμμα μας είχαμε πάντα επιθέσεις ενάντια στη «δικτατορία των αρχηγών»: Οι πρώτες που θυμάμαι ανάγονται στα 1895, όταν τυπικά ακόμη δεν υπήρχε Κόμμα, είχε αρχίσει όμως να διαμορφώνεται η κεντρική ομάδα στην Πετρούπολη, και επρόκειτο να αναλάβει την καθοδήγηση των συνοικιακών ομάδων. Στο IX συνέδριο του Κόμματος μας (Απρίλης του 1920), υπήρχε μια μικρή αντιπολίτευση, που μιλούσε επίσης ενάντια στη «δικτατορία των αρχηγών», στην «ολιγαρχία» κτλ. Γι’ αυτό δεν παρουσιάζει τίποτε το εκπληκτικό, τίποτε το καινούργιο, τίποτε το τρομερό η «παιδική αρρώστια» του «αριστερού κομμουνισμού» των Γερμανών. Η αρώστια αυτή περνάει χωρίς κίνδυνο και μάλιστα ύστερα απ’ αυτή ο οργανισμός γίνεται πιο γερός. Από το άλλο μέρος, η γρήγορη εναλλαγή της νόμιμης και της παράνομης δουλειάς, που συνδέεται με την ανάγκη «να κρύβουμε» ιδιαίτερα, να περιβάλλουμε με ιδιαίτερη συνωμοτικότητα ίσα-ίσα το γενικό επιτελείο, ίσα-ίσα τους αρχηγούς, μας οδήγησε ορισμένες φορές σε πολύ επικίνδυνα φαινόμενα.

Το χειρότερο ήταν που στα 1912 στην ΚΕ των μπολσεβίκων μπόρεσε να μπει ο προβοκάτορας Μαλινόβσκι. Κατέδωσε δεκάδες και δεκάδες από τους καλύτερους και τους πιο αφοσιωμένους συντρόφους, στέλνοντας τους στα κάτεργα και επιταχύνοντας το θάνατο πολλών απ’ αυτούς. Κι αν δεν μας έκανε ακόμη μεγαλύτερο κακό, αυτό οφείλεται στο ότι είχαμε οργανώσει σωστά το συνδυασμό της νόμιμης με την παράνομη δουλειά. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη μας ο Μαλινόβσκι, σαν μέλος της ΚΕ του Κόμματος και βουλευτής στη Δούμα, ήταν υποχρεωμένος να μας βοηθάει να βγάζουμε νόμιμες καθημερινές εφημερίδες, που ήξεραν και μέσα στις συνθήκες του τσαρισμού να παλεύουν ενάντια στον οπορτουνισμό των μενσεβίκων και να προπαγανδίζουν με κατάλληλα σκεπασμένη μορφή τις βάσεις του μπολσεβικισμού. Ο Μαλινόβσκι, στέλνοντας με το ένα χέρι στα κάτεργα και στο θάνατο δεκάδες και δεκάδες από τους καλύτερους μπολσεβίκους αγωνιστές, ήταν υποχρεωμένος να βοηθάει με το άλλο χέρι στη διαπαιδαγώγηση δεκάδων και δεκάδων χιλιάδων νέων μπολσεβίκων μέσω του νόμιμου Τύπου. Αυτό το γεγονός δεν θα ήταν άσχημο να το σκεφτούν καλά οι Γερμανοί σύντροφοι (καθώς και οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί), που έχουν το καθήκον να μάθουν να κάνουν επαναστατική δουλειά μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα[5].

Σε πολλές χώρες, μαζί και στις πιο προηγμένες, η αστική τάξη στέλνει χωρίς αμφιβολία και θα στέλνει προβοκάτορες μέσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα. Ένα από τα μέσα για να καταπολεμηθεί αυτός ο κίνδυνος είναι ο σωστός συνδυασμός της παράνομης και της νόμιμης δουλειάς.




ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΜΕΡΟΣ ΣΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΑ;


Οι γερμανοί «αριστεροί» κομμουνιστές με τη μεγαλύτερη περιφρόνηση –και με τη μεγαλύτερη ελαφρότητα– απαντούν αρνητικά σ’ αυτό το ερώτημα. Τα επιχειρήματά τους; Στο απόσπασμα που αναφέραμε παραπάνω είδαμε: «...να αποκρούσουμε με όλη την αποφασιστικότητα κάθε επιστροφή στις ιστορικά και πολιτικά ξεπερασμένες μορφές του κοινοβουλευτικού αγώνα...».

Αυτό το λένε με τέτια αξίωση που καταντά γελοίο και είναι ολοφάνερα λαθεμένο. «Επιστροφή» στον κοινοβουλευτισμό! Ίσως στη Γερμανία να υπάρχει κιόλας Σοβιετική Δημοκρατία; Μου φαίνεται όχι! Τότε πως μπορεί να μιλάει κανείς για «επιστροφή»; Μήπως αυτό δεν είναι κούφια φράση;

Ο κοινοβουλευτισμός «ιστορικά έχει ξεπεραστεί». Αυτό είναι σωστό με την έννοια της προπαγάνδας. Ο καθένας όμως ξέρει πως απ’ αυτού ως το ξεπέρασμα του κοινοβουλευτισμού στην πράξη υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση. Για τον καπιταλισμό θα μπορούσε ακόμη πριν πολλές δεκαετίες και με απόλυτο δίκιο να ειπωθεί ότι «ιστορικά έχει ξεπεραστεί», αυτό όμως δεν παραμερίζει καθόλου την ανάγκη μιας μακρόχρονης και πολύ επίμονης πάλης πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού. Ο κοινοβουλευτισμός «ιστορικά έχει ξεπεραστεί» από παγκόσμια-ιστορική άποψη, δηλαδή έληξε η εποχή του αστικού κοινοβουλευτισμού και άρχισε η εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Η παγκόσμια-ιστορική όμως κλίμακα μετριέται με δεκαετίες. Δέκα ή είκοσι χρόνια νωρίτερα ή αργότερα, αυτό δεν έχει καμιά σημασία από παγκόσμια-ιστορική άποψη, αυτό, από την άποψη της παγκόσμιας ιστορίας, είναι μια μικρολεπτομέρεια που δεν μπορεί να υπολογιστεί ούτε κατά προσέγγιση. Μα γι’ αυτό ακριβώς το να καταφεύγει κανείς στην παγκόσμια-ιστορική κλίμακα στα ζητήματα της πρακτικής πολιτικής είναι πολύ μεγάλο θεωρητικό λάθος.

Ο κοινοβουλευτισμός «έχει ξεπεραστεί πολιτικά»; Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Αν αυτό ήταν σωστό, θα ήταν σταθερή και η θέση των «αριστερών». Αυτό όμως πρέπει να αποδειχτεί με μια σοβαρότατη ανάλυση και οι «αριστεροί» δεν ξέρουν ούτε καν από που να αρχίσουν.

Στις «Θέσεις για τον κοινοβουλευτισμό», που δημοσιεύτηκαν στο πρώτο τεύχος του «Δελτίου του Προσωρινού Γραφείου του Άμστερνταμ της Κομμουνιστικής Διεθνούς» («Bulletin of the Provisional Bureau in Amsterdam of the Communist International», February 1920) και που εκφράζουν καθαρά την ολλανδικο-αριστερή ή αριστερο-ολλανδική τάση, η ανάλυση, όπως θα δούμε, δεν αξίζει μια πεντάρα.

Πρώτο. Όπως είναι γνωστό, Οι γερμανοί «αριστεροί» από το Γενάρη ακόμη του 1919 θεωρούσαν τον κοινοβουλευτισμό «ξεπερασμένο πολιτικά», παρά την αντίθετη γνώμη τόσο επιφανών πολιτικών ηγετών, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ. Είναι γνωστό ότι οι «αριστεροί» έκαναν λάθος. Αυτό και μόνο το γεγονός ανατρέπει μονομιάς και συθέμελα τη θέση ότι δήθεν ο κοινοβουλευτισμός είναι «ξεπερασμένος πολιτικά». Οι «αριστεροί» έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν, γιατί το τοτινό αναμφισβήτητο λάθος τους έπαψε σήμερα να είναι λάθος. Ούτε ίχνος απόδειξης δεν φέρνουν και δεν μπορούν να φέρουν. Η στάση ενός πολιτικού κόμματος απέναντι στα λάθη του είναι ένα από τα σπουδαιότερα και ασφαλέστερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση στην πράξη απομέρους του των υποχρεώσεων του απέναντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες μάζες. Να αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος του, να βρίσκει τις αίτιες του λάθους, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να εξετάζει προσεκτικά τα μέσα για τη διόρθωση του λάθους –αυτό είναι το γνώρισμα ενός σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει εκπλήρωση απομέρους του των υποχρεώσεων του, αυτό θα πει διαπαιδαγώγηση και μόρφωση της τάξης και έπειτα και της μάζας. Οι «αριστεροί» της Γερμανίας (και της Ολλανδίας), εφόσον δεν εκπληρώνουν αυτή τους την υποχρέωση, εφόσον δεν καταπιάνονται με εξαιρετική προσοχή, επιμέλεια και περίσκεψη με τη μελέτη του ολοφάνερου λάθους τους, μ’ αυτό ακριβώς αποδείχνουν πως δεν είναι κόμμα της τάξης, αλλά ένας όμιλος, δεν είναι κόμμα των μαζών, αλλά μια ομάδα διανοουμένων και λίγων εργατών που αντιγράφουν τις χειρότερες πλευρές του διανοουμενισμού.

Δεύτερο. Στην ίδια μπροσούρα της ομάδας των «αριστερών» της Φραγκφούρτης, απ’ όπου πήραμε τις πιο πάνω εκτενείς περικοπές, διαβάζουμε:

«...εκατομμύρια εργάτες που ακολουθούν ακόμη την πολιτική του κέντρου» (καθολικό κόμμα του «κέντρου») «είναι αντεπαναστάτες. Οι προλετάριοι του χωριού σχηματίζουν τις λεγεώνες των αντεπαναστατικών στρατευμάτων» (σελ. 3 της μπροσούρας που αναφέραμε πιο πάνω).

Βλέπει κανείς αμέσως πως αυτό λέγεται με μεγάλη έμφαση και υπερβολή. Το βασικό όμως γεγονός που εκτίθεται εδώ είναι αναμφισβήτητο και η αναγνώρισή του από τους «αριστερούς» μαρτυρεί ολοφάνερα το λάθος τους. Πώς μπορεί να λέει κανείς ότι τάχα ο «κοινοβουλευτισμός είναι ξεπερασμένος πολιτικά», αν «εκατομμύρια» και «λεγεώνες» προλετάριων είναι ακόμη όχι μόνο υπέρ του κοινοβουλευτισμού γενικά, μα και ανοιχτά «αντεπαναστάτες»!;

Είναι φανερό ότι στη Γερμανία ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι ακόμη ξεπερασμένος πολιτικά. Είναι φανερό ότι οι αριστεροί στη Γερμανία πήραν την επιθυμία τους και την ιδεολογικοπολιτική τους στάση για αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο λάθος για τους επαναστάτες. Στη Ρωσία, όπου ο εξαιρετικά βάρβαρος και θηριώδης ζυγός του τσαρισμού γεννούσε για μια εξαιρετικά μακρόχρονη περίοδο και με εξαιρετικά πολυποίκιλες μορφές επαναστάτες διαφόρων αποχρώσεων, επαναστάτες γεμάτους καταπληκτική αφοσίωση, ενθουσιασμό, ηρωισμό και δύναμη θέλησης, στη Ρωσία το λάθος αυτό των επαναστατών το παρακολουθήσαμε από πολύ κοντά, το μελετήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, το ξέρουμε πολύ καλά και γι’ αυτό το βλέπουμε εξαιρετικά καθαρά και στους άλλους. Βέβαια για τους κομμουνιστές της Γερμανίας ο κοινοβουλευτισμός είναι «ξεπερασμένος πολιτικά»· το ζήτημα όμως είναι ακριβώς να μην παίρνουμε το ξεπερασμένο για μας, σαν ξεπερασμένο για την τάξη, σαν ξεπερασμένο για τις μάζες.

Ακριβώς εδώ βλέπουμε πάλι πως οι «αριστεροί» δεν μπορούν να σκεφτούν, δεν μπορούν να φερθούν σαν κόμμα της τάξης, σαν κόμμα των μαζών. Έχετε υποχρέωση να μην κατεβαίνετε ως το επίπεδο των μαζών, ως το επίπεδο των καθυστερημένων στρωμάτων της τάξης. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Έχετε υποχρέωση να τους λέτε την πικρή αλήθεια. Έχετε την υποχρέωση τις αστικοδημοκρατικές και τις κοινοβουλευτικές τους προλήψεις να τις λέτε προλήψεις. Ταυτόχρονα όμως έχετε και την υποχρέωση να παρακολουθείτε νηφάλια την πραγματική κατάσταση της συνειδητότητας και της ωριμότητας ακριβώς όλης της τάξης (και όχι μόνο της κομμουνιστικής της πρωτοπορίας), ακριβώς όλης της εργαζόμενης μάζας (και όχι μόνο των πρωτοπόρων ανθρώπων της).

Και αν ακόμη όχι «εκατομμύρια» και «λεγεώνες», αλλά έστω και απλώς μια αρκετά σημαντική μειοψηφία εργατών της βιομηχανίας ακολουθούν τους καθολικούς παπάδες, και εργατών του χωριού τους τσιφλικάδες και τους πλουσιοχωρικούς (Grossbauern), τότε από δω βγαίνει πια αναμφισβήτητα το συμπέρασμα ότι ο κοινοβουλευτισμός στη Γερμανία δεν είναι ακόμη ξεπερασμένος πολιτικά, ότι η συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές και στην πάλη από το βήμα της βουλής είναι υποχρεωτική για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου ακριβώς για να διαπαιδαγωγήσει τα καθυστερημένα στρώματα της τάξης του, ακριβώς για να ξυπνήσει και να διαφωτίσει τις καθυστερημένες, κακομοιριασμένες και αμόρφωτες μάζες του χωριού. Όσο καιρό δεν θα έχετε τη δύναμη να διαλύσετε το αστικό κοινοβούλιο και οποιοδήποτε αντιδραστικό ίδρυμα άλλου τύπου, είστε υποχρεωμένοι να δουλεύετε μέσα σ’ αυτά, ακριβώς γιατί εκεί μέσα υπάρχουν ακόμη εργάτες που τους έχουν αποβλακώσει οι παπάδες και η αποπνικτική ατμόσφαιρα των απομακρυσμένων χωριών. Διαφορετικά κινδυνεύετε να γίνετε απλούστατα φαφλατάδες.

Τρίτο. Οι «αριστεροί» κομμουνιστές λένε πάρα πολλά καλά για μας τους μπολσεβίκους. Κάποτε σου έρχεται να τους πεις: προτιμότερο να μας παινεύετε λιγότερο και να βαθαίνετε περισσότερο στην τακτική των μπολσεβίκων, να τη μελετάτε περισσότερο!

Εμείς πήραμε μέρος στις εκλογές για το αστικό κοινοβούλιο της Ρωσίας, για τη Συντακτική Συνέλευση, το Σεπτέμβρη-Νοέμβρη του 1917. Ήταν σωστή η τακτική μας ή όχι; Αν όχι, πρέπει να το πείτε καθαρά και να το αποδείξετε: αυτό είναι απαραίτητο για να μπορέσει ο διεθνής κομμουνισμός να επεξεργαστεί μια σωστή τακτική. Αν ναί, πρέπει να βγάλετε από δω ορισμένα συμπεράσματα. Βέβαια, δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για εξομοίωση των συνθηκών της Ρωσίας με τις συνθήκες της Δυτικής Ευρώπης. Ειδικά όμως για τη σημασία της έννοιας: «ο κοινοβουλευτισμός είναι ξεπερασμένος πολιτικά», είναι υποχρεωτικό να παίρνεται επακριβώς υπόψη η πείρα μας, γιατί, αν δεν παρθεί υπόψη η συγκεκριμένη πείρα, οι τέτοιες έννοιες μετατρέπονται πολύ εύκολα σε κενές φράσεις. Μήπως δεν είχαμε εμείς, οι ρώσοι μπολσεβίκοι, το Σεπτέμβρη-Νοέμβρη του 1917, περισσότερο από κάθε άλλον κομμουνιστή της Δύσης, το δικαίωμα να νομίζουμε ότι στη Ρωσία ο κοινοβουλευτισμός είναι ξεπερασμένος πολιτικά; Βέβαια, το είχαμε αυτό το δικαίωμα, γιατί εδώ δεν πρόκειται για το αν τα αστικά κοινοβούλια υπάρχουν από καιρό ή όχι, αλλά κατά πόσο είναι έτοιμες (ιδεολογικά, πολιτικά, πρακτικά) οι πλατιές μάζες των εργαζομένων να δεχτούν το σοβιετικό καθεστώς και να διαλύσουν (η να επιτρέψουν να διαλυθεί) το αστικοδημοκρατικό κοινοβούλιο. Και είναι ιστορικό γεγονός, απόλυτα αναμφισβήτητο και διαπιστωμένο πέρα για πέρα, ότι το Σεπτέμβρη-Νοέμβρη του 1917 η εργατική τάξη των πόλεων, οι στρατιώτες και οι αγρότες στη Ρωσία ήταν, από μια σειρά ειδικές συνθήκες, εξαιρετικά προετοιμασμένοι να δεχτούν το σοβιετικό καθεστώς και να διαλύσουν το πιο δημοκρατικό αστικό κοινοβούλιο. Και ωστόσο, οι μπολσεβίκοι δεν κήρυξαν αποχή από τη Συντακτική Συνέλευση, αλλά πήραν μέρος στις εκλογές και πριν και ύστερα από την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο. Το γεγονός ότι οι εκλογές αυτές έδωσαν εξαιρετικά πολύτιμα (και για το προλεταριάτο πάρα πολύ ωφέλιμα) πολιτικά αποτελέσματα, τολμώ να ελπίζω ότι το απόδειξα στο άρθρο που ανάφερα παραπάνω, και που αναλύει διεξοδικά τα στοιχεία για τις εκλογές της Συντακτικής Συνέλευσης στη Ρωσία.

Από δω βγαίνει ένα τελείως αναμφισβήτητο συμπέρασμα: αποδείχνεται ότι ακόμη και μερικές εβδομάδες πριν τη νίκη της Σοβιετικής Δημοκρατίας, ακόμη και ύστερα απ’ αυτή τη νίκη, η συμμετοχή στο αστικοδημοκρατικό κοινοβούλιο όχι μόνο δεν βλάπτει το επαναστατικό προλεταριάτο, αλλά το διευκολύνει να αποδείξει στις καθυστερημένες μάζες, γιατί τα τέτοια κοινοβούλια πρέπει να διαλύονται, διευκολύνει την επιτυχία της διάλυσης τους, διευκολύνει το «πολιτικό ξεπέρασμα» του αστικού κοινοβουλευτισμού. Το να μην παίρνεις υπόψη σου την πείρα αυτή και ταυτόχρονα να έχεις την αξίωση να ανήκεις στην Κομμουνιστική Διεθνή που πρέπει να επεξεργάζεται διεθνικά την τακτική της (όχι σαν στενά ή μονόπλευρα εθνική τακτική, αλλά ακριβώς σαν διεθνική), σημαίνει ότι κάνεις ένα σοβαρότατο λάθος και ότι ακριβώς υποχωρείς από το διεθνισμό στην πράξη, ενώ τον αναγνωρίζεις στα λόγια.

Ας δούμε τώρα τα «ολλανδικο-αριστερά» επιχειρήματα υπέρ της μη συμμετοχής στο κοινοβούλιο. Να η μετάφραση (από τα αγγλικά) της 4ης θέσης, της σπουδαιότερης από τις «ολλανδικές» θέσεις που αναφέραμε πιο πάνω:

«Όταν το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής έχει σπάσει και η κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση επανάστασης, η κοινοβουλευτική δράση χάνει σιγά-σιγά τη σημασία της σε σύγκριση με τη δράση των ίδιων των μαζών. Όταν, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, το κοινοβούλιο γίνει κέντρο και όργανο της αντεπανάστασης, και, από το άλλο μέρος, η εργατική τάξη συγκροτεί τα όργανα της εξουσίας της με τη μορφή των Σοβιέτ, μπορεί να καταστεί ακόμη και απαραίτητη η άρνηση κάθε συμμετοχής στην κοινοβουλευτική δράση».

Η πρώτη φράση είναι ολοφάνερα λαθεμένη, γιατί η δράση των μαζών –λογουχάρη, μια μεγάλη απεργία– είναι πάντοτε σπουδαιότερη από την κοινοβουλευτική δράση και όχι μόνο τον καιρό της επανάστασης ή σε περίοδο επαναστατικής κατάστασης.

Αυτό το ολοφάνερα ασύστατο, ιστορικά και πολιτικά λαθεμένο επιχείρημα, δείχνει απλούστατα εξαιρετικά καθαρά ότι οι συντάκτες αυτής της θέσης δεν παίρνουν καθόλου υπόψη τους ούτε την πείρα όλης της Ευρώπης γενικά (την πείρα της Γαλλίας, πριν τις επαναστάσεις του 1848 και του 1870, της Γερμανίας της περιόδου 1878-1890 κτλ.), ούτε την πείρα της Ρωσίας (βλ. πιο πάνω), πείρα σχετικά με τη σπουδαιότητα του συνδυασμού της νόμιμης και της παράνομης πάλης. Το ζήτημα αυτό έχει τεράστια σημασία τόσο γενικά, όσο και ειδικά, γιατί σε όλες τις πολιτισμένες και προηγμένες χώρες ζυγώνει γρήγορα ο καιρός που ο συνδυασμός αυτός γίνεται όλο και περισσότερο –και ενμέρει έγινε ήδη– υποχρεωτικός για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου, επειδή ωριμάζει και ζυγώνει ο εμφύλιος πόλεμος του προλεταριάτου με την αστική τάξη, επειδή τους κομμουνιστές τους καταδιώκουν λυσσαλέα οι δημοκρατικές και γενικά οι αστικές κυβερνήσεις, που παραβιάζουν με κάθε τρόπο τη νομιμότητα (το παράδειγμα της Αμερικής είναι αρκετά ενδεικτικό) κτλ. Αυτό το σπουδαιότατο ζήτημα οι Ολλανδοί και γενικά οι αριστεροί δεν το κατάλαβαν καθόλου.

Η δεύτερη φράση, πρώτο, δεν είναι σωστή από ιστορική άποψη. Εμείς, οι μπολσεβίκοι, πήραμε μέρος στα πιο αντεπαναστατικά κοινοβούλια και η πείρα έδειξε ότι η συμμετοχή αυτή δεν ήταν απλώς ωφέλιμη, αλλά και απαραίτητη για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου ακριβώς ύστερα από την πρώτη αστική επανάσταση στη Ρωσία (1905) για την προετοιμασία της δεύτερης αστικής επανάστασης (Φλεβάρης του 1917) και σε συνέχεια της σοσιαλιστικής επανάστασης (Οχτώβρης του 1917). Δεύτερο, η φράση αυτή είναι καταπληκτικά παράλογη. Από το γεγονός ότι το κοινοβούλιο γίνεται όργανο και «κέντρο» (στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν και δεν μπορεί να είναι «κέντρο», αυτό όμως παρεμπιπτόντως) της αντεπανάστασης και οι εργάτες δημιουργούν τα όργανα εξουσίας τους με τη μορφή των Σοβιέτ, από το γεγονός αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι εργάτες πρέπει να προετοιμάζονται –να προετοιμάζονται ιδεολογικά, πολιτικά, τεχνικά– για τον αγώνα των Σοβιέτ ενάντια στο κοινοβούλιο, για τη διάλυση του κοινοβουλίου από τα Σοβιέτ. Από το γεγονός όμως αυτό δεν βγαίνει καθόλου το συμπέρασμα ότι τη διάλυση αυτή τη δυσκολεύει η δεν τη διευκολύνει η παρουσία μιας σοβιετικής αντιπολίτευσης μέσα στο αντεπαναστατικό κοινοβούλιο.

Ούτε μια φορά δεν διαπιστώσαμε στο διάστημα του νικηφόρου αγώνα μας ενάντια στον Ντενίκιν και στον Κολτσάκ ότι δεν είχε σημασία για τις νίκες μας η ύπαρξη μιας σοβιετικής, προλεταριακής αντιπολίτευσης μέσα στις γραμμές τους. Ξέρουμε πολύ καλά ότι τη διάλυση της Συντακτικής, που την πραγματοποιήσαμε στις 5/1/ 1918 δεν την δυσκόλεψε, αλλά την διευκόλυνε το γεγονός ότι μέσα στην αντεπαναστατική Συντακτική Συνέλευση που θα διαλύαμε, υπήρχε τόσο η συνεπής, μπολσεβίκικη, όσο και η ασυνεπής, αριστερή-εσέρικη, σοβιετική αντιπολίτευση.

Οι συντάκτες της θέσης αυτής μπέρδεψαν κυριολεκτικά και ξέχασαν την πείρα, αν όχι όλων, τουλάχιστο μιας ολόκληρης σειράς επαναστάσεων, που μαρτυράει πόσο είναι εξαιρετικά ωφέλιμος τον καιρό των επαναστάσεων ο συνδυασμός της μαζικής δράσης έξω από το αντιδραστικό κοινοβούλιο με την αντιπολίτευση μέσα σ’ αυτό το κοινοβούλιο που συμπαθεί την επανάσταση (ή ακόμη καλύτερα που υποστηρίζει άμεσα την επανάσταση). Οι ολλανδοί και γενικά οι «αριστεροί» σκέπτονται εδώ σαν δογματιστές της επανάστασης, που ποτέ δεν πήραν μέρος σε πραγματική επανάσταση ή που δεν βάθαιναν στην ιστορία των επαναστάσεων, ή που παίρνουν απλοϊκά την υποκειμενική «απόρριψη» ορισμένου αντιδραστικού θεσμού για πραγματική κατάργηση του από τις κοινές δυνάμεις ολόκληρης σειράς αντικειμενικών παραγόντων. Το πιο ασφαλές μέσο για να δυσφημήσεις μια νέα πολιτική (και όχι μονάχα πολιτική) ιδέα και να την βλάψεις είναι να την τραβήξεις, στο όνομα της υπεράσπισης της, ως τον παραλογισμό. Γιατί κάθε αλήθεια, αν την κάνεις «υπέρμετρη» (όπως έλεγε ο μπάρμπα-Ντίτσγκεν), αν την υπερβάλεις, αν την επεκτείνεις πέρα από τα όρια της πραγματικής εφαρμογής της, μπορεί να την οδηγήσεις ως τον παραλογισμό, και κάτω από τις συνθήκες που αναφέραμε η αλήθεια αυτή μετατρέπεται αναγκαστικά σε παραλογισμό. 

 Μια τέτοια ακριβώς υπηρεσία από την ανάποδη προσφέρουν οι Ολλανδοί και οι Γερμανοί αριστεροί στη νέα αλήθεια για την υπεροχή της Σοβιετικής εξουσίας απέναντι στα αστικοδημοκρατικά κοινοβούλια. Εννοείται ότι δεν θα είχε δίκιο όποιος θα άρχιζε να λέει κατά τον παλιό τρόπο και γενικά ότι η άρνηση συμμετοχής στα αστικά κοινοβούλια είναι απαράδεκτη μέσα σε οποιεσδήποτε συνθήκες. Δεν μπορώ εδώ να επιχειρήσω να διατυπώσω σε ποιες περιπτώσεις είναι ωφέλιμη η αποχή, γιατί το άρθρο αυτό έχει ένα πολύ πιο μετριόφρονα σκοπό: να μελετήσει τη ρωσική πείρα σε σύνδεση με ορισμένα φλέγοντα ζητήματα της διεθνούς κομμουνιστικής τακτικής. Η ρωσική πείρα μας έδωσε μια πετυχημένη και σωστή εφαρμογή (το 1905) της αποχής από τους μπολσεβίκους και μιαν άλλη λαθεμένη (το 1906). Αναλύοντας την πρώτη περίπτωση, βλέπουμε πως πετύχαμε να μην επιτρέψουμε τη σύγκληση του αντιδραστικού κοινοβουλίου από την αντιδραστική εξουσία, όταν αναπτυσσόταν με εξαιρετική ταχύτητα η εξωκοινοβουλευτική (ενμέρει απεργιακή) επαναστατική δράση των μαζών, όταν κανένα στρώμα του προλεταριάτου και της αγροτιάς δεν μπορούσε να δώσει οποιαδήποτε υποστήριξη στην αντιδραστική εξουσία, όταν το επαναστατικό προλεταριάτο εξασφάλιζε την επιρροή του πάνω στις πλατιές, καθυστερημένες μάζες με την απεργιακή πάλη και το αγροτικό κίνημα. Είναι πεντακάθαρο πως η πείρα αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις σημερινές συνθήκες της Ευρώπης. Είναι επίσης πεντακάθαρο –με βάση τα επιχειρήματα που εκθέσαμε παραπάνω– πως η υπεράσπιση, έστω και συμβατική, απομέρους των Ολλανδών και των «αριστερών, της άρνησης συμμετοχής στα κοινοβούλια είναι ριζικά λαθεμένη και επιζήμια για την υπόθεση του επαναστατικού προλεταριάτου.

Στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική το κοινοβούλιο έχει γίνει εξαιρετικά μισητό στους πρωτοπόρους αγωνιστές-επαναστάτες της εργατικής τάξης. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Αυτό είναι πέρα για πέρα κατανοητό, γιατί δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο ποταπό, πιο πρόστυχο, πιο προδοτικό από τη στάση της τεράστιας πλειοψηφίας των σοσιαλιστών και σοσιαλδημοκρατών βουλευτών στο κοινοβούλιο στο διάστημα του πολέμου και ύστερα απ’ αυτόν. Δεν θα ήταν όμως απλώς παράλογο, μα και πραγματικά εγκληματικό να υποκύπτει κανείς σε μια τέτοια διάθεση κατά τη λύση του προβλήματος πως πρέπει να καταπολεμηθεί ένα γενικά αναγνωρισμένο κακό. Σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης η επαναστατική διάθεση είναι τώρα, μπορούμε να πούμε, ένας «νεωτερισμός», ή κάτι το «σπάνιο» που πολύ καιρό το περίμεναν μάταια και ανυπόμονα και γι’ αυτό ίσως υποχωρούν τόσο εύκολα σ’ αυτές τις διαθέσεις.

Βέβαια, χωρίς επαναστατικές διαθέσεις στις μάζες, χωρίς συνθήκες που να συντελούν στην ανάπτυξη των διαθέσεων αυτών, δεν μπορεί να γίνει πράξη η επαναστατική τακτική, εμείς όμως στη Ρωσία πειστήκαμε με μια πολύ μακρόχρονη, σκληρή, αιματηρή πείρα για την αλήθεια ότι δεν μπορείς να χτίσεις επαναστατική τακτική μόνο πάνω στις επαναστατικές διαθέσεις.

Η τακτική πρέπει να χτίζεται πάνω σ’ έναν ψύχραιμο, αυστηρά αντικειμενικό υπολογισμό όλων των ταξικών δυνάμεων στο δοσμένο κράτος (και στα κράτη που το περιβάλλουν και σε όλα τα κράτη, σε παγκόσμια κλίμακα), καθώς και πάνω στον υπολογισμό της πείρας των επαναστατικών κινημάτων. Είναι πολύ εύκολο να δείχνεις την «επαναστατικότητά» σου απλά με βρισιές ενάντια στον κοινοβουλευτικό οπορτουνισμό, απλά με την άρνηση συμμετοχής στα κοινοβούλια, μα ακριβώς επειδή αυτό είναι πολύ εύκολο, δεν είναι και λύση για ένα δύσκολο, δυσκολότατο πρόβλημα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να δημιουργήσεις πραγματικά επαναστατική κοινοβουλευτική ομάδα στα ευρωπαϊκά κοινοβούλια παρά στη Ρωσία. Βέβαια. Αυτό όμως δεν είναι παρά μια μερική έκφραση της γενικής εκείνης αλήθειας ότι για τη Ρωσία στη συγκεκριμένη, εξαιρετικά πρωτότυπη από ιστορική άποψη κατάσταση του 1917, ήταν πιο εύκολο να αρχίσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ το να τη συνεχίσει και να την φέρει σε πέρας θα είναι πιο δύσκολο για τη Ρωσία απ’ ό,τι για τις ευρωπαϊκές χώρες.

Είχα την ευκαιρία στις αρχές ακόμη του 1918 να τονίσω αυτό το περιστατικό και η πείρα των δυο επόμενων χρόνων επιβεβαίωσε στο ακέραιο την ορθότητα αυτής της σκέψης.
Τέτοιες ειδικές συνθήκες όπως:

1) η δυνατότητα να συνδυαστεί η σοβιετική επανάσταση με τον τερματισμό –χάρη σ’ αυτή την επανάσταση– του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που έφερε απίστευτα βάσανα στους εργάτες και τους αγρότες·

2) η δυνατότητα να επωφεληθεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από το θανάσιμο αγώνα ανάμεσα στις δυο ομάδες των πανίσχυρων σε παγκόσμια κλίμακα ιμπεριαλιστών ληστών, που δεν μπόρεσαν να ενωθούν ενάντια στο σοβιετικό εχθρό·

3) η δυνατότητα να αντέξει κανείς σε σχετικά μακρόχρονο εμφύλιο πόλεμο, εν μέρει χάρη στην τεράστια έκταση της χώρας και στα ατελή μέσα συγκοινωνίας·

4) η ύπαρξη μέσα στην αγροτιά ενός τόσου βαθιού αστικοδημοκρατικού επαναστατικού κινήματος, ώστε το κόμμα του προλεταριάτου να υιοθετήσει τις επαναστατικές διεκδικήσεις του κόμματος των αγροτών (των Εσέρων, που στην πλειοψηφία του είναι κόμμα καθαρά εχθρικό προς τον μπολσεβικισμό) και να τις ικανοποιήσει αμέσως, χάρη στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο· 

τέτοιες ειδικές συνθήκες δεν υπάρχουν σήμερα στη Δυτική Ευρώπη και δεν είναι πολύ εύκολο να παρουσιαστούν ξανά οι ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Να γιατί, ανάμεσα στ’ αλλά –εκτός από μια σειρά άλλες αιτίες– θα είναι πιο δύσκολο για τη Δυτική Ευρώπη, απ’ ό,τι ήταν σε μας, να αρχίσει τη σοσιαλιστική επανάσταση. Και είναι καθαρότατη παιδαριωδία να δοκιμάζεις «να προσπεράσεις» αυτή τη δυσκολία, «υπερπηδώντας» τη δύσκολη αυτή δουλειά της χρησιμοποίησης των αντιδραστικών κοινοβουλίων για επαναστατικούς σκοπούς. Θέλετε να δημιουργήσετε μια νέα κοινωνία; Και φοβάστε τις δυσκολίες που παρουσιάζει η δημιουργία μέσα σε αντιδραστικά κοινοβούλια μιας καλής κοινοβουλευτικής ομάδας από πεπεισμένους, αφοσιωμένους, ηρωικούς κομμουνιστές!

Μήπως αυτό δεν είναι παιδαριωδία; Αν ο Καρλ Λίμπκνεχτ στη Γερμανία και ο Ζ. Χέγκλουντ στη Σουηδία μπόρεσαν, ακόμη και χωρίς μαζική υποστήριξη από τα κάτω, να δώσουν πρότυπα πραγματικά επαναστατικής χρησιμοποίησης των αντιδραστικών κοινοβουλίων, τότε πως δεν μπορεί ένα γοργά αναπτυσσόμενο μαζικό επαναστατικό κόμμα, μέσα στις συνθήκες της μεταπολεμικής απογοήτευσης και αγανάκτησης των μαζών, να σφυρηλατήσει μια κομμουνιστική ομάδα μέσα στα χειρότερα κοινοβούλια;! Επειδή οι καθυστερημένες ακριβώς μάζες των εργατών –και ακόμη περισσότερο– των μικροαγροτών στη Δυτική Ευρώπη είναι διαποτισμένες από τις αστικοδημοκρατικές και κοινοβουλευτικές προλήψεις, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στη Ρωσία, γι’ αυτό ακριβώς οι κομμουνιστές, μόνο μέσα από τέτοια όργανα σαν τα αστικά κοινοβούλια μπορούν (και πρέπει) να διεξάγουν μια μακρόχρονη και επίμονη πάλη που να μη σταματά μπροστά σε καμιά δυσκολία, πάλη για το ξεσκέπασμα, τη διάλυση και την υπερνίκηση αυτών των προλήψεων.

Οι γερμανοί «αριστεροί» παραπονούνται για τους κακούς «αρχηγούς» του Κόμματός τους και πέφτουν σε απελπισία, φτάνοντας ως τη γελοία «άρνηση» των «αρχηγών». Μέσα όμως σε συνθήκες που συχνά είμαστε υποχρεωμένοι να κρύβουμε τους «αρχηγούς» στην παρανομία, η διαμόρφωση «αρχηγών» καλών, σταθερών, δοκιμασμένων, με κύρος είναι πολύ δύσκολη δουλειά και δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε με επιτυχία αυτές τις δυσκολίες χωρίς το συνδυασμό της νόμιμης με την παράνομη δουλιά, χωρίς τη δοκιμασία των “αρχηγών” ανάμεσα στ’ άλλα και στον κοινοβουλευτικό στίβο. Η κριτική –και μάλιστα η πιο αυστηρή, η πιο αμείλικτη και αδιάλλακτη– πρέπει να στρέφεται όχι ενάντια στον κοινοβουλευτισμό ή την κοινοβουλευτική δράση, αλλά ενάντια στους αρχηγούς εκείνους που δεν ξέρουν –κι’ ακόμη περισσότερο ενάντια σ’ εκείνους που δεν θέλουν– να χρησιμοποιήσουν τις κοινοβουλευτικές εκλογές και το κοινοβουλευτικό βήμα κατά τρόπο επαναστατικό, κομμουνιστικό. Μονάχα μια τέτοια κριτική –συνδυασμένη βέβαια με το διώξιμο των ανίκανων αρχηγών και την αντικατάσταση τους με ικανούς– θα είναι μια ωφέλιμη και γόνιμη επαναστατική δουλιά, που διαπαιδαγωγεί ταυτόχρονα και τους «αρχηγούς» –ώστε να είναι άξιοι της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών– και τις μάζες, ώστε να μάθουν να προσανατολίζονται σωστά στην πολιτική κατάσταση και να καταλαβαίνουν τα συχνά πολύ σύνθετα και μπερδεμένα καθήκοντα, που απορρέουν απ’ αυτή την κατάσταση. [10]


Απο marxist books

1 σχόλιο:

TroloBolsh είπε...

Yπογραμμισεις και μορφοποιηση δικα μου